Ας μιλήσουμε για τον φόρο καθαρού πλούτου

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο 26-27 Σεπτεμβρίου 2020

Η κρίση πανδημίας υποχρέωσε χώρες σε όλο τον κόσμο να λάβουν  πρωτόγνωρα δημοσιονομικά μέτρα προκειμένου να μετριάσουν τις συνέπειες στο ΑΕΠ και στην απασχόληση. Τα μέτρα αυτά οδηγούν σε αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Στην ΕΕ για να διευκολυνθούν οι χώρες αποφασίστηκε η αναστολή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης για το 2020 και πιθανότατα το 2021. Η ΕΚΤ ανακοίνωσε νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων χωρών της ευρωζώνης -και της Ελλάδας παρά το γεγονός ότι δεν έχουν την επενδυτική βαθμίδα- οδηγώντας το κόστος δανεισμού σε ιστορικά χαμηλό σημείο.

Όταν οι ευνοϊκές αποφάσεις της ΕΕ για τη δημοσιονομική πολιτική αλλά και της ΕΚΤ για τα προγράμματα αγοράς ομολόγων λήξουν, οι χώρες με μεγάλο χρέος θα βρεθούν αντιμέτωπες με τις αγορές. Για την Ελλάδα είναι κρίσιμο να συνεχίσει να έχει πρόσβαση στις αγορές με χαμηλά  επιτόκια. Κάποια στιγμή θα υποχρεωθεί να επιστρέψει στη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων όχι 3,5% αλλά της τάξεως του 1,5%-2% του ΑΕΠ.

Με δεδομένες τις ενισχυμένες ανάγκες που διαμορφώνει η κρίση πανδημίας στο σύνολο των λειτουργιών του κράτους από υγεία, παιδεία, δημόσια προστασία αλλά και η απόφαση για αύξηση εξοπλιστικών προγραμμάτων, ο δημοσιονομικός χώρος από περιστολή δαπανών θα είναι μικρός. Η έμφαση εκ των πραγμάτων θα στραφεί στη φορολογία.

Στην Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια όλες οι κυβερνήσεις υπερεπένδυσαν στα δυνητικά έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής για να μειώσουν τους φορολογικούς συντελεστές. Παρά τις προσπάθειες αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής η Ελλάδα είναι μεταξύ των πρωταθλητών στην απώλεια εσόδων από ΦΠΑ. Οι υπουργοί των οικονομικών της τελευταίας δεκαετίας ανεξαρτήτως προθέσεων και ιδεολογικού προσανατολισμού αναγνώρισαν ότι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Η φορολογία εισοδήματος από την εργασία στην Ελλάδα είναι από τις υψηλότερες στην ΕΕ και είναι αναγκαία η μείωση της. Εξίσου αναγκαία είναι και η αναστροφή της σχέσης άμεσων και έμμεσων φόρων που επιδεινώθηκε την τελευταία πενταετία. Μένει λοιπόν να επανεξεταστεί η φορολογία εισοδήματος από το κεφάλαιο.

Η φορολογία εισοδήματος από το κεφάλαιο μειώθηκε σημαντικά κατά την τελευταία τριακονταετία σε όλες τις χώρες. Η ταυτόχρονη αύξηση των ανισοτήτων κατά την ίδια περίοδο οδήγησε πολλούς να διερευνήσουν το ερώτημα αν η απώλεια του προοδευτικού χαρακτήρα της φορολογίας και η μείωση της φορολογίας κεφαλαίου εξηγεί την αύξηση των ανισοτήτων κατά την ίδια περίοδο. Η απάντηση είναι θετική. Στην Ελλάδα μετά την οριζόντια αύξηση φορολογικών βαρών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ η κυβέρνηση της ΝΔ έσπευσε μεταξύ άλλων σε μειώσεις στην φορολογία κερδών επιχειρήσεων και μερισμάτων.

Η προσπάθεια για διεύρυνση της φορολογικής βάσης στην Ελλάδα πρέπει να συνεχιστεί πιο αποτελεσματικά. Πρέπει όμως να εξετάσουμε ποια αύξηση στην φορολογία κεφαλαίου θα επιλέξουμε ώστε να εξισορροπηθούν οι μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος εργασίας και να μην επηρεαστούν αρνητικά οι επενδύσεις. Η πρόταση που έχουν καταθέσει οι Saez και Zucman (Ο Θρίαμβος της αδικίας, εκδόσεις Πόλις) είναι η εισαγωγή φόρου καθαρού πλούτου (αφού αφαιρεθούν οι δανειακές υποχρεώσεις του φορολογούμενου). Σύμφωνα με εκτιμήσεις τους για τις ΗΠΑ ο φόρος αυτός μπορεί να αποδώσει σημαντικά έσοδα. Αρκεί να κρατηθεί χαμηλός φορολογικός συντελεστής πχ 1%-2% με ταυτόχρονα χαμηλό κατώφλι εισόδου στη φορολογία πχ καθαρή αξία περιουσίας πάνω από 2 εκατομμύρια ευρώ.

Το Υπουργείο Οικονομικών ας διερευνήσει την πρόταση αυτή και ας αναζητήσει λύσεις για τα πιθανά αλλά όχι ανυπέρβλητα προβλήματα εφαρμογής του. Έτσι, θα διασφαλιστεί η δυνατότητα αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος σε μια προοδευτική κατεύθυνση. Θα ελαφρυνθεί η φορολογία εισοδήματος από την εργασία και θα διασφαλιστεί η αναγκαία ισορροπία στα δημόσια οικονομικά.