Στασιμότητα διαρκείας στην Ευρώπη αν δεν χαλαρώσει τους δημοσιονομικούς κανόνες

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη που αναρτήθηκε στο Liberal.gr στις 8/11/2020

Tι συνεπάγεται για την ελληνική οικονομία το δεύτερο αυτό locdown και μάλιστα σε μια φάση όπου η ύφεση υπολογίζεται σε τουλάχιστον 9% και η ΕΛΣΤΑΤ έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω το ΑΕΠ…

Σας θυμίζω ότι στο προσχέδιο του προϋπολογισμού η πρόβλεψη ήταν για ύφεση 8,2% το 2020 και ανάπτυξη 7,8% για το 2021. Οι προβλέψεις αυτές ήταν από τότε εκτός πραγματικότητας γιατί εδράζονταν σε δυο υπερβολικά αισιόδοξες υποθέσεις για την πορεία της υγειονομικής κρίσης αλλά και την ταχύτητα έγκαιρης εκταμίευσης και ορθής αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η απόφαση για το νέο lockdown καθιστά αναγκαία την τροποποίηση στον υπό κατάθεση προϋπολογισμό όλων των μεγεθών του προσχεδίου. Η ύφεση το 2020 θα υπερβεί το 10%. Το μέγεθος της υπέρβασης θα καθοριστεί από την πορεία της υγειονομικής κρίσης τις επόμενες βδομάδες. Αν υπάρχουν θετικές εξελίξεις που θα επιτρέψουν την αγορά να ανοίξει σταδιακά το Δεκέμβριο, τότε η ύφεση δεν θα υπερβεί κατά πολύ το 10%.

Τώρα για το 2021 είναι δύσκολο να προχωρήσουμε σε αξιόπιστες εκτιμήσεις αφού ακόμη δεν ξέρουμε αν κάποια στιγμή στο 2021 καταστεί αναγκαίο και ένα τρίτο lockdown. Άλλωστε, ένα από τα μαθήματα από την πανδημία και τη πρωτόγνωρη αβεβαιότητα που έχει δημιουργήσει, είναι πως οι προβλέψεις έχουν χρησιμότητα όταν δεν υπερβαίνουν το 6μηνο και πως χρειάζεται σχεδιασμός και εκ νέου σχεδιασμός όταν μεταβάλλονται τα δεδομένα. Πάντως δύσκολα θα πετύχουμε μέχρι το τέλος του 2022 να καλύψουμε τις απώλειες στο ΑΕΠ σε σχέση με το 2019. 

Σε ότι αφορά την αναθεώρηση των στοιχείων του ΑΕΠ, οι επιπτώσεις είναι πιο σημαντικές κυρίως στο λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

– Σε όλη την Ευρώπη οι κυβερνήσεις διοχετεύουν ακόμη μεγαλύτερη ρευστότητα στις οικονομίες τους, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα και χρέη. Το 2021 θα βρει την Ευρώπη με δυσθεώρητα χρέη. Τι σημαίνει αυτό;

Ας ξεκινήσουμε με τη διαπίστωση ότι η νομισματική πολιτική έχει φτάσει στα όρια της. Δεν επαρκεί από μόνη της για την επανεκκίνηση των οικονομιών του κόσμου . Άρα βασικό όπλο για την αντιμετώπιση της κρίσης μέσω στήριξης της ζήτησης είναι η δημοσιονομική πολιτική με έμφαση στις ποιοτικές δαπάνες με μεγάλο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Ιδιαίτερα μέσω δαπανών σε πράσινες και ψηφιακές υποδομές. Εξίσου αναγκαία είναι η στήριξη των εισοδημάτων των εργαζομένων που πλήττονται από το lockdown για να στηριχτεί η κατανάλωση. Μέσω της στήριξης της κατανάλωσης θα στηριχθούν και οι επιχειρήσεις και επομένως θα περιοριστούν οι απώλειες σε θέσεις εργασίας.

Η ΕΕ δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες που έχουν άλλες μεγάλες οικονομίες οι οποίες μέσα από τον συγχρονισμό της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής προσπάθησαν μέχρι τώρα να περιορίσουν τις απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας. Το ποσό που διατέθηκε για δημοσιονομικές παρεμβάσεις παγκόσμια φθάνει τα 12 τρις δολάρια. Η μεγάλη διαφορά στην περίπτωση της Ευρώπης είναι ότι δεν διαθέτει ομοσπονδιακό αναδιανεμητικό μηχανισμό παρέμβασης. Ακόμη και το Ταμείο Ανάκαμψης που αποφασίστηκε για να στηριχτούν οι πληγείσες από την πανδημία οικονομίες έχει περισσότερο διαρθρωτικό χαρακτήρα και λιγότερο «κεϋνσιανό».

Έτσι, το βάρος στήριξης των οικονομιών έπεσε στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Αυτό διευκολύνθηκε από τις ακόλουθες αποφάσεις. Την απόφαση της ΕΚΤ να αγοράζει ομόλογα των χωρών της ευρωζώνης κάτι που επιτρέπει σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία να δανείζονται σε μεγάλες χρονικές διάρκειες με πολύ χαμηλά επιτόκια. Την απόφαση για αναστολή των Κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης όπως και των Κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Η αναστολή αυτή θα επεκταθεί και στο 2021 ώστε να μην χρειαστεί χώρες με μεγάλα ελλείμματα να υποχρεωθούν πρόωρα σε περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές, γεγονός που θα εμπόδιζε την ανάκαμψη των οικονομιών αυτών.

Να τονίσω ότι οι δυνατότητες των χωρών της ΕΕ για παρεμβάσεις δεν είναι ίδιες σε όλες τι χώρες. Δεν είναι τυχαίο ότι η δημοσιονομική παρέμβαση της Γερμανίας διαφέρει σε σημαντικό βαθμό από αυτές της Ισπανίας ή της Ιταλίας παρά το γεγονός ότι οι δύο αυτές χώρες σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία χτυπήθηκαν περισσότερο από την κρίση πανδημίας. Η Ελλάδα για παράδειγμα δεν έχει μεγάλα περιθώρια για δημοσιονομικές παρεμβάσεις εξαιτίας του περιορισμένου δημοσιονομικού της χώρου. Για αυτό στην περίπτωση της Ελλάδας είναι κρίσιμο να αποφεύγονται παρεμβάσεις που έχουν περιορισμένο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.

Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν αναγκαία την έγκαιρη αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων στην ΕΕ. Την ώρα που ο μέσος όρος του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ θα ξεπεράσει το 100% είναι παράλογο -με επισφαλή την προοπτική ανάκαμψης- να τίθεται ως δημοσιονομικός στόχος η μείωση του λόγου αυτού στο 60% του ΑΕΠ.

Οι κανόνες αυτοί θεσπίστηκαν την εποχή συγγραφής της Συνθήκης του Μάαστριχτ και αντανακλούσαν τα δημοσιονομικά δεδομένα των αρχών της δεκαετίας του ’90. Δεν εδράζονταν σε καμία οικονομική θεωρία, γεγονός που είχαν επισημάνει πολλοί εκείνη την εποχή.

Σήμερα και με δεδομένη την ανάγκη να επιστρέψουν οι οικονομίες σε σταθερούς ρυθμούς ανάκαμψης, αν επιστρέψουμε στους παλιούς κανόνες, κινδυνεύουμε με παράταση της ύφεσης ή με μια στασιμότητα διαρκείας.

– Στην περίπτωση της Ελλάδας η Κομισιόν εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα διαμορφωθεί στο 207% του ΑΕΠ και ότι το έλλειμμα θα αυξηθεί σημαντικά. Κάποια στιγμή όμως το Σύμφωνο Σταθερότητας θα επανέλθει. Πόσο επικίνδυνο είναι για την Ελλάδα να εμφανίσει ένα έλλειμμα που θα είναι δύσκολο να ελεγχθεί; Τι θα συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση;

Προφανώς η Ελλάδα όπως και η Ιταλία την επόμενη ημέρα θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση. Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το 2010 όταν η Ελλάδα έχασε την πρόσβαση στις αγορές με χαμηλά επιτόκια ενώ το χρέος της ήταν μόλις στο 127% του ΑΕΠ σχετίζεται κυρίως με την αλλαγή στάσης της ΕΚΤ.

Σήμερα η ΕΚΤ έχει τα προγράμματα αγοράς των ομολόγων τα οποία δύσκολα θα ανατρέψει στα αμέσως επόμενα χρόνια. Μια απόφαση να τα σταματήσει θα δημιουργούσε τριγμούς στην Ευρωζώνη κυρίως εξαιτίας του μεγέθους της Ιταλικής και της Ισπανικής οικονομίας.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της χώρας είναι στα χέρια του ESM και όχι των αγορών. Μετά την κρίση του 2010 η εστίαση των αναλυτών δεν είναι στο μέγεθος του χρέους αλλά στη δυνατότητα μιας χώρας να το εξυπηρετήσει. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει μια χαλαρή νομισματική πολιτική έτσι ώστε ο ρυθμός ετήσιας μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ να είναι μεγαλύτερος από το ονομαστικό επιτόκιο με δεδομένες τις αποφάσεις των Ευρωπαίων που έχουν οδηγήσει σε επιμήκυνση της διάρκειας του χρέους η Ελλάδα θα έχει χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης και χαμηλές ετήσιες αποπληρωμές χρέους.

Σε ένα ακραίο σενάριο η Ελλάδα ίσως χρειαστεί να ζητήσει από τους εταίρους να επανεξετάσουν τους όρους δανεισμού και να προχωρήσουν σε αποφάσεις για ακόμη μεγαλύτερη επιμήκυνση με την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα ακολουθεί συνετή δημοσιονομική πολιτική και θα προωθεί διαρθρωτικές αλλαγές που θα οδηγήσουν σε αύξηση του δυνητικού ΑΕΠ. 

Φωτογραφία από τον χρήστη energepic.com στο Pexels