Η αναποφασιστικότητα ξεθωριάζει την εικόνα της ΕΕ

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 11 Δεκεμβρίου 2020

Η Σύνοδος Κορυφής στις 10-11 Δεκεμβρίου είναι μάλλον η τελευταία στην οποία προεδρεύει η κυρία Μέρκελ καθώς πλησιάζει το τέλος της πολύχρονης θητείας της. Όπως δήλωσε προσερχόμενη στη Σύνοδο κατέβαλε με τους συνεργάτες της κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αναιρεθεί η απειλή βέτο των ηγετών της Πολωνίας και της Ουγγαρίας στην έγκριση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΔ) 2021-2027 και του Ταμείου Ανάκαμψης (ΤΑ).

Οι δύο ηγέτες διαφωνούσαν με το ευρωπαϊκό μηχανισμό για το κράτος δικαίου και υποστήριξαν ότι στοχοποιήθηκαν οι κυβερνήσεις τους για τη στάση τους στο Μεταναστευτικό/Προσφυγικό. Το μέτρο όμως αυτό αφορά μόνο παραβιάσεις που σχετίζονται με την μελλοντική κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η αντίδραση των δύο ηγετών θεωρήθηκε ακατανόητη καθώς οι χώρες τους είναι από τις πλέον ωφελημένες από τους ευρωπαϊκούς πόρους. Σε περίπτωση υλοποίησης της απειλής τους οι δύο χώρες θα δυσκολεύονταν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κρίσης πανδημίας. Η Γερμανική Προεδρία την ύστατη στιγμή πέτυχε να αλλάξουν στάση οι δυο ηγέτες. Στην πράξη η αναποφασιστικότητα μέχρι το παρά πέντε της Γερμανίας και της ΕΕ απέναντι στις πιέσεις των δύο ηγετών στέλνει ένα λάθος μήνυμα στο εσωτερικό της ΕΕ αλλά και εκτός.

Η Ευρώπη με τη θέσπιση του μηχανισμού του Κράτους Δικαίου επιχειρεί πέρα από τη χρηστή διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων να ενισχύσει την εικόνα της διεθνώς ως υπερασπιστή των θεμελιωδών αρχών της Δημοκρατίας. Τα προηγούμενα χρόνια ανέχτηκε την παραβίαση των κανόνων του κράτους δικαίου στις δύο χώρες χωρίς να αντιδράσει. Η ευθύνη της κυρίας Μέρκελ στο ζήτημα αυτό είναι διακριτή. Δεν τόλμησε να προτείνει την αποβολή του κόμματος του κ. Ορμπαν από το ΕΛΚ και να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα στους πολίτες της Ουγγαρίας και όχι μόνο. Τώρα η ΕΕ υφίσταται τις συνέπειες της αδράνειας που αποδυναμώνει την εικόνα της. Ορισμένοι θα ισχυριστούν ότι υποχώρησε για να αποφύγει το βέτο των δύο ηγετών.

Υπάρχει όμως και η θετική πλευρά από την επίτευξη συμφωνίας. Αποτράπηκε ο κίνδυνος να υποχρεωθεί η ΕΕ να δουλέψει από το νέο χρόνο με προσωρινό προϋπολογισμό δωδεκατημορίων που θα οδηγούσε σε πάγωμα αρκετών προγραμμάτων. Επιπρόσθετα, δεν θα χρειαστεί η ΕΕ να παρακάμψει τις δυο χώρες προκειμένου να προχωρήσει η λειτουργία του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι χώρες που χτυπήθηκαν από την κρίση θα μπορούν πλέον να υπολογίζουν στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης για την επανεκκίνηση και αναδιάρθρωση των οικονομιών τους ώστε να γίνουν πιο ψηφιακές, πιο πράσινες, πιο ανθεκτικές και πιο συνεκτικές. Η ορθή αξιοποίηση από την Ελλάδα των επιχορηγήσεων -πολύ περισσότερο των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης- με την έννοια της διοχέτευσης τους μεταξύ ανταγωνιστικών  προγραμμάτων,  σε εκείνα με το υψηλότερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, θα συνεισφέρει στη θετική αξιολόγηση του Ταμείου Ανάκαμψης και σε αλλαγή πορείας της ΕΕ.  Η Κυβέρνηση αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης με την αυστηρή και υπεύθυνη στάση τους οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους ώστε η Ελλάδα να ανταποκριθεί με επιτυχία στη μεγάλη αυτή πρόκληση. Αν οι πόροι αξιοποιηθούν σωστά από τις περισσότερες χώρες τότε η ΕΕ θα πιεστεί να μονιμοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης και να κάνει ένα πρώτο αποφασιστικό βήμα προς τη δημοσιονομική ένωση. Βήμα που θα της επιτρέψει να αντιδράσει πιο αποτελεσματικά σε μια μελλοντική κρίση.