Μεγάλη παράταση του lockdown θα υπονομεύσει την επανεκκίνηση της οικονομίας

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη για το liberal.gr στις 15 Ιανουαρίου 2021

– Οι εκτιμήσεις ότι μέσα στους πρώτους μήνες του νέου έτους η οικονομία θα ξεπεράσει τα προβλήματα από την πανδημία και θα βρει το «εμβόλιο» για να πάρει μπροστά, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται. Τι κινδύνους εγκυμονεί αυτό για την οικονομία;

Η αισιοδοξία προς το τέλος του 2020 ότι με τον έγκαιρο εμβολιασμό θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για επανεκκίνηση της οικονομίας αρχίζει να κάμπτεται. Παρά την πρωτοβουλία της Ε.Ε. για έγκαιρη προμήθεια εμβολίων στις χώρες μέλη, η δυνατότητα να εμβολιαστεί σύντομα ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων πολιτών δεν είναι εφικτή. Αν και δεν φαίνεται να υπάρχει ισχυρό αντιεμβολιαστικό κίνημα -όπως για παράδειγμα στη Γαλλία- δεν είναι ακόμη σαφές πότε θα επιτευχθεί ο στόχος να εμβολιαστεί το 60%-70% του πληθυσμού.

Μεγάλο εμπόδιο οι διαπιστωμένες οργανωτικές αδυναμίες ενός τόσο μαζικού εγχειρήματος. Στην καλύτερη των περιπτώσεων οι θετικές επιπτώσεις του μαζικού εμβολιασμού στο υγειονομικό πεδίο και κατ’ επέκταση στην οικονομία θα γίνουν ορατές από το φθινόπωρο και μετά.

– Το ρωτώ γιατί η ανησυχία πως θα βγει ο «λογαριασμός» μεγαλώνει, πολλώ δε μάλλον όταν σε μεγάλες χώρες, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία παρατείνονται τα lockdown για μερικούς ακόμη μήνες. Τι σημαίνει αυτό;

Είναι γεγονός ότι κάποιες χώρες στην Ε.Ε. αποφάσισαν να παρατείνουν το lockdown ή λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα για να αποσυμφορήσουν τα νοσοκομεία και να περιορίσουν τη διασπορά του μεταλλαγμένου κορονοϊού που είναι πολύ περισσότερο μεταδοτικός. Ανάλογες αποφάσεις μπορεί να ληφθούν και στην Ελλάδα στο επόμενο διάστημα αν έχουμε μια νέα έξαρση των κρουσμάτων.

Μια τέτοια εξέλιξη εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει τη λειτουργία της οικονομίας και θα οδηγήσει σε αναθεώρηση προς τα κάτω της εκτίμησης για ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 4,7% το 2021. Επομένως μια μεγάλη παράταση του lockdown θα δυσκολέψει την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Αν όμως ομαλοποιηθούν οι υγειονομικές συνθήκες προς το καλοκαίρι και οι αυξημένες καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων στραφούν στην κατανάλωση και σε επενδύσεις -και με την προϋπόθεση της επιτυχούς πορείας στα έργα που θα χρηματοδοτηθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης- τότε η υστέρηση έναντι του στόχου του 4,7% θα είναι περιορισμένη.

– Το ερώτημα είναι τι θα συμβεί όταν μετά τα lockdowns, θα «ξεπαγώσει» ο όγκος συσσωρευμένων χρεών για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες θα κληθούν τότε να καλύψουν τις οφειλές αυτές μέσω του περιορισμένου τους τζίρου;

Η κρίση αυτή -σε αντίθεση με τις πολύ αρχικές εκτιμήσεις που θεωρούσαν ότι θα είναι βραχύβια και δεν θα αφήσει βαθύ μόνιμο αποτύπωμα στην οικονομία- τελικά θα οδηγήσει σε μεγάλη αναδιάρθρωση στην οικονομία, σε αργή μείωση της ανεργίας και σε αύξηση της φτώχειας και των ανισοτήτων. Θα δημιουργήσει κάποιους κερδισμένους και πολλούς χαμένους. Η νέα κανονικότητα θα είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με τα όσα ξέραμε. Η ανάκαμψη δεν θα αφορά όλες τις επιχειρήσεις και η επανεκκίνηση δεν έρθει με την ίδια ταχύτητα σε όλους τους κλάδους της οικονομίας.

Οι επιχειρήσεις που θα επηρεαστούν καθοριστικά, θα είναι κυρίως οι μικρές και οι πολύ μικρές οι οποίες δεν θα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στα συσσωρευμένα προβλήματα. Ήδη άρχισε η συσσώρευσή νέων ληξιπρόθεσμών οφειλών προς την εφορία και τον ΕΦΚΑ. Σε ότι δε αφορά τις υποχρεώσεις προς τις τράπεζες, μετριοπαθείς εκτιμήσεις υπολογίζουν ότι η παρούσα κρίση θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός νέου κύματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που μπορεί να φθάσουν και να ξεπεράσουν τα 10 δισ.

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις μια στις πέντε ΜΜΕ -που εξυπηρετούσαν πριν την κρίση τα δάνεια τους- θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να κλείσει καθώς θα βρεθεί σε αδυναμία εξυπηρέτησης των συσσωρευμένων υποχρεώσεων. Θα επιβιώσουν οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις που είχαν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό αλλά και στηρίχτηκαν από τα μέτρα της κυβέρνησης.

Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συγκέντρωση σε πολλούς κλάδους της οικονομίας και σε περιορισμό του ανταγωνισμού με αρνητικές συνέπειες για την απασχόληση, τους καταναλωτές και την οικονομία.

– Σημειωτέον ότι τα νέα μέτρα στήριξης δεν θα είναι πλέον οριζόντια, όπως στο πρώτο κύμα, αλλά ένα από τα κριτήρια που θα τα συνοδεύει θα είναι η βιωσιμότητα της επιχείρησης προ κρίσης. Τα «ζόμπι» δηλαδή θα επιβιώσουν, όπως συνέβη στο πρώτο κύμα ή όχι;

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2020 και ενώ όλοι περίμεναν αύξηση των χρεοκοπιών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες καταγράφηκε ακριβώς το αντίθετο δηλαδή μειώθηκε το ποσοστό των επιχειρήσεων που χρεοκοπούσαν. Αυτό οφείλεται τόσο στα μέτρα στήριξης όσο και στο γεγονός ότι δεν δούλευαν τα δικαστήρια. Τα οριζόντια μέτρα εκ των πραγμάτων προστατεύουν όλες τις επιχειρήσεις ακόμη και αυτές που δεν ήταν βιώσιμες πριν την εκδήλωση της κρίσης πανδημίας. Κάποια στιγμή όταν οι κρατικές ενισχύσεις σταματήσουν ή θα αφορούν επιλεκτικά μόνο εκείνες τις επιχειρήσεις που θεωρούνται βιώσιμες τότε αρκετές θα υποχρεωθούν ή θα επιλέξουν να κλείσουν. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να απλουστευτούν οι διαδικασίες και να προχωρήσουν όλες οι αναγκαίες αποφάσεις ώστε- να διευκολυνθούν όσες επιλέξουν να κλείσουν- να έχουν οι ιδιοκτήτες τους μια δεύτερη ευκαιρία να ξεκινήσουν μια νέα επιχείρηση.

Παραμένει βέβαια ανοικτό το ερώτημα και μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση της ΝΔ πόσο αποτελεσματική θα είναι στην αξιολόγηση ώστε να ξεχωρίσει τις βιώσιμες από τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις. Πελατειακές λογικές ή πιέσεις από επιχειρηματίες μπορεί να οδηγήσουν στη χρηματοδότηση ή ακόμη και σε επιχορηγήσεις σε μη βιώσιμες εταιρείες.

Το ταυτόχρονο κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία δεν θα δημιουργούνται πολλές νέες θα οδηγήσει σε καταστροφή θέσεων εργασίας. Επομένως μια άλλη πρόκληση για την κυβέρνηση στο επόμενο διάστημα είναι ο σχεδιασμός προγραμμάτων επανεκπαίδευσης των ανέργων -όχι στη βάση της πρόσφατης άκρως προβληματικής εμπειρίας- ώστε να εργαστούν το συντομότερο δυνατό σε άλλους κλάδους της οικονομίας – ειδικά της ψηφιακής- που απαιτούν άλλες δεξιότητες.

– Η κυβέρνηση συνεχίζεται να δανείζεται με χαμηλά επιτόκια, αντικαθιστώντας τα ποσά που ξοδεύει από το «μαξιλάρι». Τι να περιμένουμε στο μέτωπο του δημόσιου χρέους;

Η απόφαση της Ε.Ε. να παρατείνει την αναστολή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης για το 2021 και της ΕΚΤ να επεκτείνει τη χρονική διάρκεια του προγράμματος αγοράς ομολόγων διευκολύνουν την κυβέρνηση. Δεν είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε απότομη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και ταυτόχρονα εξασφαλίζει τη χρηματοδότησή του από τις αγορές με χαμηλά επιτόκια. Επομένως η εκτίναξη του χρέους στο 210% του ΑΕΠ, επί του παρόντος, δεν δημιουργεί ανησυχία απώλειας πρόσβασης στις αγορές για δανεισμό με χαμηλό επιτόκιο. Κάποια στιγμή μελλοντικά οι αγορές θα επαναξιολογήσουν χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα και η Ιταλία και μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του κόστους δανεισμού αυτών των χωρών.

Αν οδηγηθούμε εκεί τότε ενδέχεται να περιοριστεί σημαντικά ο δημοσιονομικός τους χώρος. Επομένως, η κυβέρνηση εκ των πραγμάτων θα κληθεί να προχωρήσει στη δημιουργία έστω και μικρών πρωτογενών πλεονασμάτων, ανεξάρτητα από τις αποφάσεις που θα λάβει τελικά η Ε.Ε. για τους δημοσιονομικούς κανόνες. Για αυτό πρέπει η χώρα να συμμετάσχει ενεργά με δικές της προτάσεις στη συζήτηση για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες αφού θα είμαστε μεταξύ των χωρών που θα επηρεαστούν άμεσα -με αρνητικές συνέπειες για τη βιώσιμη επανεκκίνηση της οικονομίας- αν γυρίσουμε στους παλιούς κανόνες.