Οι προκλήσεις που φέρνει η κρίση πανδημίας

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 3-3-2021

Η ελληνική οικονομία το 2020 βυθίστηκε σε πρωτοφανή ύφεση 10%. Ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην ευρωζώνη. Η πρόβλεψη για το ρυθμό ανάπτυξης το 2021 είναι ότι θα κινηθεί  κάτω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης και θα επιταχυνθεί το 2022. Οι προβλέψεις αυτές τελούν υπό την αίρεση της υψηλής αβεβαιότητας που δημιουργεί η κρίση πανδημίας και οι καθυστερήσεις στο εμβολιαστικό πρόγραμμα στην ΕΕ. Το ζητούμενο προκειμένου η χώρα να διασφαλίσει την επανεκκίνηση της οικονομίας είναι να αντιμετωπιστούν οι μεγάλες προκλήσεις της επόμενης ημέρας.

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση αφορά την επιλογή της χρονικής στιγμής για αλλαγή πορείας στη δημοσιονομική πολιτική. Η ανάγκη στήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων σε συνδυασμό με τη βαθιά ύφεση και τον αποπληθωρισμό οδήγησαν το δημόσιο χρέος στο πρωτοφανές 210% του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει το δημοσιονομικό χώρο για παρατεταμένη στήριξη της οικονομίας. Μια πρόωρη όμως επιστροφή στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα θα εμποδίσει τη μετάβαση σε βιώσιμη τροχιά ανάκαμψης. Για αυτό είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι και το 2022 θα ανασταλούν οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η κυβέρνηση για να διασφαλίσει χαμηλό κόστος δανεισμού πρέπει να στείλει σαφές μήνυμα ότι μόλις το επιτρέψουν οι συνθήκες στην οικονομία θα επιστρέψει σε μικρά πρωτογενή πλεονάσματα συμβατά με τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. Το πόσο καθοριστικό  είναι αυτό φάνηκε την προηγούμενη εβδομάδα που οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν με αφορμή την αναθεώρηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό.

Η δεύτερη πρόκληση αφορά τον τραπεζικό τομέα και τη λήψη απόφασης για την υιοθέτηση ή μη της πρότασης της ΤτΕ για τη δημιουργία «κακής» τράπεζας όσο ισχύουν οι ευνοϊκές ρυθμίσεις πράξεων νομισματικής πολιτικής και εποπτείας της ΕΚΤ. Η ανάκαμψη προϋποθέτει πρόσβαση στη ρευστότητα όλων των βιώσιμων επιχειρήσεων. Η προοπτική όμως μιας νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων, την ώρα που οι τράπεζες μέσω του  σχήματος «Ηρακλή» και πιθανής επέκτασής του -που όμως δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της διάρθρωσης των εποπτικών κεφαλαίων και της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης- επιδιώκουν να μειώσουν το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων της προηγούμενης κρίσης σε μονοψήφιο, τις καθιστά επιφυλακτικές.

Μια τρίτη κρίσιμη πρόκληση είναι η θεσμοθέτηση από την κυβέρνηση κινήτρων για συγχώνευση πολλών μικρών επιχειρήσεων σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας. Με τη σωστή επιλογή κινήτρων θα συγχωνευτούν επιχειρήσεις που βρίσκονται κάτω από τις τρεις πρώτες θέσεις του κλάδου. Έτσι θα ενισχυθεί  ο παραγωγικός ιστός και θα αναζωογονηθεί η ελληνική επιχειρηματικότητα. Πρέπει όμως να αποφευχθεί ο κίνδυνος να οδηγηθεί η ελληνική οικονομία σε μεγάλο βαθμό συγκέντρωσης με ολιγοπώλια που θα επηρεάσουν αρνητικά τις αναπτυξιακές της προοπτικές και τους καταναλωτές.

Η τέταρτη πρόκληση αφορά τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να προκριθούν ειδικά στη δικαιοσύνη, παιδεία και δημόσια διοίκηση. Η επόμενη ημέρα θα οδηγήσει σε κλείσιμο πολλών μικρών επιχειρήσεων και η προώθηση των μεταρρυθμίσεων μπορεί να συναντήσει αντιδράσεις ειδικά αν η ανεργία αυξηθεί απότομα. Αναγκαία προϋπόθεση για την προώθηση τους είναι η επίτευξη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων, παράμετρος που δεν έχει ενταχθεί στις προτεραιότητες της κυβέρνησης.

Τέλος, σε ότι αφορά την αναδιάρθρωση της οικονομίας ώστε να γίνει πιο καινοτόμα, ψηφιακή, πράσινη και να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση της στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας καθοριστικό ρόλο θα έχουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης. Η αποτελεσματική διαχείριση του έχει άμεσες διασυνδέσεις με την τρίτη και τέταρτη πρόκληση που προανέφερα. Η κατεύθυνση των πόρων στα προγράμματα με το μεγαλύτερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις που θα προκριθούν μπορεί να επιταχύνουν την πορεία της οικονομίας την επόμενη ημέρα και να συνεισφέρουν στην ουσιαστική αντιμετώπιση της ανεργίας και των ανισοτήτων που εντάθηκαν λόγω της κρίσης πανδημίας.