Ποιοι πρέπει να πληρώσουν τον λογαριασμό της κρίσης πανδημίας;

Άρθρο που αναρτήθηκε στο iefimerida στις 20 Απριλίου 2021

Η ανάγκη αντιμετώπισης των οικονομικών συνεπειών της κρίσης πανδημίας οδήγησε το σύνολο των χωρών του κόσμου σε δημοσιονομικές παρεμβάσεις για να μετριαστεί η ύφεση και να στηριχτούν επιχειρήσεις, εργαζόμενοι και νοικοκυριά. Τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και η ύφεση οδήγησαν σε εκτίναξη του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Με αυτά τα δεδομένα έχουν ξεκινήσει οι συζητήσεις για την επόμενη ημέρα. Πως δηλαδή θα τεθεί υπό έλεγχο το δημόσιο χρέος χωρίς να κοπούν απότομα οι δαπάνες και ιδιαίτερα οι επενδύσεις στις δημόσιες υποδομές όπως συνέβη στην κρίση του 2009.

Κατεύθυνση για την ακολουθητέα δημοσιονομική πολιτική στη μετα-covid περίοδο -ενταγμένη σε μια οικονομική φιλοσοφία που σηματοδοτεί την οριστική εγκατάλειψη της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον» της δεκαετίας του 1990- έδωσαν οι ΗΠΑ μετά την εκλογή Μπάιντεν. Στο πλαίσιο της νέας οικονομικής πολιτικής η υπουργός Οικονομικών κ. Γέλεν κοινοποίησε σε 135 χώρες σχέδιο πρότασης για τη θέσπιση παγκοσμίως ενός ελάχιστου συντελεστή εταιρικής φορολογίας στο 21%.

Οι πολυεθνικές εταιρείες αξιοποιώντας νομικά κενά κατάφεραν τα τελευταία τριάντα χρόνια να συνεισφέρουν ολοένα και λιγότερους φόρους στις χώρες προέλευσης αλλά και στις χώρες που δραστηριοποιούνται και στις οποίες πραγματοποιούν μεγάλο μέρος των κερδών τους. Αυτό το πέτυχαν είτε μεταφέροντας τη φορολογική τους έδρα σε χώρες με χαμηλούς ή μηδενικούς εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές ή μεταβιβάζοντας δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σε τρίτες χώρες. Σύμφωνα με μελέτες το 40% των κερδών των πολυεθνικών παγκοσμίως μεταφέρονται προς φορολόγηση σε φορολογικούς παραδείσους. Το αποτέλεσμα είναι οι επιχειρήσεις αυτές να φοροαποφεύγουν και οι χώρες να ανταγωνίζονται μειώνοντας περαιτέρω τη φορολογία των εταιρειών. Έτσι, την τελευταία εικοσαετία τα φορολογικά έσοδα από εταιρείες μειώνονταν συνεχώς ενώ τα εταιρικά κέρδη αυξάνονταν. Η μείωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των φορολογικών βαρών να μεταφερθεί στο εισόδημα από την εργασία, εξέλιξη που επηρέασε αρνητικά τα μεσαία κοινωνικά στρώματα.

Το πρόβλημα της φοροαποφυγής και του φορολογικού ανταγωνισμού προς τα κάτω επιδιώχθηκε να αντιμετωπιστεί μέσω του ΟΟΣΑ. Οι συζητήσεις στον ΟΟΣΑ διαχωρίστηκαν σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας ασχολείται με τους κανόνες που αφορούν την ανακατανομή των κερδών των ψηφιοποιημένων επιχειρήσεων καθορίζοντας νέους κανόνες σχετικά με τον τόπο στον οποίον θα πρέπει να καταβάλλεται ο φόρος και το μέρος των κερδών που θα πρέπει να φορολογείται στην εκάστοτε δικαιοδοσία. Ο δεύτερος πυλώνας διερευνά τον σχεδιασμό συστήματος που θα εξασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται διεθνώς θα καταβάλλουν έναν στοιχειώδη φόρο, ώστε η φορολογική βάση των χωρών να μην κινδυνεύει από τη διάβρωση και την μετατόπιση κερδών. Οι συζητήσεις στον ΟΟΣΑ δεν προχώρησαν γιατί αποχώρησαν οι ΗΠΑ επί Τράμπ.

Στην ΕΕ μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη διαδικασία του ΟΟΣΑ δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε μια ενιαία ευρωπαϊκή λύση για τη φορολόγηση πολυεθνικών εταιρειών. Έτσι, κάποιες χώρες της ΕΕ, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία, προχώρησαν σε επιβολή φορολογίας σε ψηφιακές εταιρείες. Η πρόταση των ΗΠΑ για θέσπιση ελάχιστου εταιρικού φορολογικού συντελεστή αντιμετωπίστηκε θετικά από την ΕΕ. Η εφαρμογή του όμως θα εξαρτηθεί από το αν θα εξασφαλιστούν οι αναγκαίες συμφωνίες ώστε η πρόταση να υιοθετηθεί από μεγάλο αριθμό χωρών και να μην υπονομευτεί η εφαρμογή της από χώρες «τζαμπατζήδες».

Οι υπουργοί οικονομικών των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμούν μια συμφωνία που θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τα ζητήματα του πρώτου και του δεύτερου πυλώνα των συζητήσεων του ΟΟΣΑ. Οι ΗΠΑ με την πρότασή τους για ελάχιστο εταιρικό φορολογικό συντελεστή -αφορά τον δεύτερο πυλώνα του ΟΟΣΑ- κάνουν την πρόταση -ως προς τον πρώτο πυλώνα- να φορολογηθούν οι πολυεθνικές εταιρείες στη βάση των πωλήσεων που πραγματοποιούν σε μια χώρα. Η αδυναμία της πρότασης Μπάιντεν είναι ότι αφορά ένα σχετικά μικρό αριθμό επιχειρήσεων -περίπου 100- μεταξύ των οποίων οι μεγάλοι αμερικανικοί ψηφιακοί γίγαντες και κάποιες άλλες πολύ μεγάλες πολυεθνικές. Ενώ οι προτάσεις του ΟΟΣΑ αφορούσαν περίπου 2.300 πολυεθνικές επιχειρήσεις.

Τα οφέλη για τους εθνικούς προϋπολογισμούς των χωρών της ΕΕ από την επίτευξη μιας συμφωνίας αναμένεται να είναι σημαντικά. Οι χώρες της ΕΕ σε περίπτωση συμφωνίας επί των δύο πυλώνων θα μπορέσουν με τα έσοδα αυτά να καλύψουν μέρος των δαπανών που θα πραγματοποιήσουν για την επανεκκίνηση των οικονομιών τους. Θα περιορίσουν την φοροαποφυγή και θα αποτρέψουν την περαιτέρω διάβρωση της φορολογικής βάσης που υπονομεύει τους προϋπολογισμούς τους.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα η επίτευξη συμφωνίας επί των δύο πυλώνων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επανεξέταση του μείγματος της φορολογικής πολιτικής. Μετά την επανεκκίνηση της οικονομίας θα πρέπει να επιστρέψουμε σε μικρά έστω πρωτογενή πλεονάσματα. Ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής αντί να μειωθεί στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή του 21%, πρέπει να διατηρηθεί στα παρόντα επίπεδα ώστε οι εταιρείες να συμμετέχουν με μεγαλύτερο ποσοστό στα φορολογικά έσοδα. Οι όποιες φορολογικές ελαφρύνσεις προκριθούν πρέπει να αφορούν την φορολογία εισοδήματος από την εργασία μαζί με την οριστική κατάργηση της εισφοράς κοινωνικής αλληλεγγύης. Μια δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών θα βοηθήσει την επανεκκίνηση της οικονομίας και θα μειώσει τις κοινωνικές ανισότητες που εντάθηκαν με την κρίση πανδημίας.