Ποιοι ωφελούνται από τη μείωση της εταιρικής φορολογίας;

Άρθρο που αναρτήθηκε στο ieidiseis στις 17 Μαΐου 2021

Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μπάιντεν να προτείνει την καθιέρωση – σε παγκόσμια κλίμακα – ελάχιστου εταιρικού φορολογικού συντελεστή στο 21% θέτει υπό αμφισβήτηση την κυρίαρχη αντίληψη  των τελευταίων τριάντα ετών για τις οικονομικές συνέπειες της φορολογίας των εταιρικών κερδών. Η πρόταση αυτή συνδυάστηκε με την ανακοίνωση ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ προτίθεται να αυξήσει τον συντελεστή στο 28% από το 21%.  

Η πρωτοβουλία Μπάιντεν χαιρετίστηκε με ικανοποίηση από τους Υπουργούς Οικονομικών της Γαλλίας και της Γερμανίας. Δεν είναι ακόμη γνωστό τι στάση θα τηρήσουν ως προς το ζήτημα αυτό χώρες της ΕΕ όπως η Ιρλανδία, Ολλανδία και Κύπρος. Οι χώρες αυτές έχουν πολύ χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές διευκολύνοντας πολυεθνικές επιχειρήσεις να μεταφέρουν σε αυτές τα κέρδη ώστε να φορολογηθούν με ευνοϊκότερους όρους. Έτσι, στερούν έσοδα από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και τις συμπαρασύρουν σε μείωση των φορολογικών συντελεστών με το σκεπτικό ότι έτσι θα αποτρέψουν την μετεγκατάσταση των επιχειρήσεων. Ο φορολογικός αυτός ανταγωνισμός προς τα κάτω είχε ως αποτέλεσμα τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και την απώλεια φορολογικών εσόδων υπονομεύοντας το κοινωνικό κράτος.

Στην Ελλάδα ιδεοληπτικές επιλογές της κυβέρνησης της ΝΔ οδήγησαν σε  συνδυαστική μείωση του φορολογικού συντελεστή στα μερίσματα στο 5% και της φορολογίας των κερδών των επιχειρήσεων στο 22%. Σύμφωνα με την κυβερνητική αφήγηση που αντανακλά τα προ covid θέσφατα οι μειώσεις αυτές θα οδηγήσουν σε αύξηση των επενδύσεων.

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα αποεπενδύει από το 2009 και το γεγονός αυτό επηρεάζει αρνητικά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Επομένως είναι αναγκαία η ανάληψη πρωτοβουλιών για την προσέλκυση των επενδύσεων. Το εύλογο ερώτημα είναι αν η συνδυαστική μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή στο 22% και του συντελεστή φορολογίας  μερισμάτων στο 5% θα οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων στην Ελλάδα. Το πιο πιθανό είναι πως όχι αφού η μείωση στη φορολογία μερισμάτων αναιρεί το όποιο κίνητρο για επανεπένδυση των κερδών.

Μια μελέτη του ΔΝΤ που αξιολόγησε τις συνέπειες της μείωσης του εταιρικού φορολογικού συντελεστή το 2017 από την κυβέρνηση Τράμπ στο 21% κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν οδήγησε σε αύξηση των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ στις ΗΠΑ. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι οδήγησε σε μείωση των φορολογικών εσόδων και σε αύξηση ανισοτήτων εισοδήματος και πλούτου. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι άγνωστο στην Ελλάδα. Ανάλογες πρωτοβουλίες είχε πάρει η κυβέρνηση της ΝΔ την περίοδο 2004-2006. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά καθώς τότε τέθηκαν οι βάσεις του δημοσιονομικού εκτροχιασμού της περιόδου 2007-2009 και της ανάγκης προσφυγής στα μνημόνια.

Η Ελλάδα σαφώς έχει ανάγκη από επενδύσεις. Αν θέλει να τις προσελκύσει η κυβέρνηση της ΝΔ ας μεριμνήσει να αντιμετωπίσει με μεταρρυθμίσεις τα προβλήματα που επισημαίνονται από τον ΟΟΣΑ (Going for Growth) ή την Παγκόσμια Τράπεζα (Doing Business) και άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Μετά την επανεκκίνηση της οικονομίας η χώρα θα κληθεί να εξασφαλίσει μικρά έστω πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν επιλογές για το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής. Το Κίνημα Αλλαγής έχει προτείνει τη ελάφρυνση φορολογίας εισοδήματος από την εργασία με οριστική κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Προτείνει την εισαγωγή φορολογίας καθαρού πλούτου για να διασφαλιστεί δημοσιονομική ισορροπία. Στη νέα κανονικότητα που διαμορφώνεται στη μετά covid περίοδο η ΝΔ ας απεγκλωβιστεί από ιδεολογικές μονομέρειες που στο παρελθόν οδήγησαν σε αύξηση των ανισοτήτων εισοδήματος και πλούτου και σε απώλεια φορολογικών εσόδων. Διαφορετικά η δημοσιονομική θέση της χώρας μπορεί σύντομα να βρεθεί ξανά στην κόψη του ξυραφιού όπως την περίοδο 2008-2009.