Οι αποφάσεις της ΕΚΤ και η πορεία της ελληνικής οικονομίας

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο 31 Ιουλίου -1 Αυγούστου 2021

Οι προβλέψεις διεθνών οργανισμών για την πορεία της ελληνικής οικονομίας στη διετία 2021-2022 αναθεωρήθηκαν πρόσφατα προς τα πάνω. Εκτιμάται ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης – μεταξύ άλλων παραγόντων – θα συνεισφέρουν σημαντικά στη μεγέθυνση της διετίας. Οι προβλέψεις όμως για την οικονομία μπορεί να ανατραπούν από τις εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας.

Ένα τυπικό παράδειγμα είναι η πρόβλεψη στον προϋπολογισμό του 2021 ότι η στήριξη προς την οικονομία θα συγκρατηθεί στα 7 δις. Μερικούς μήνες αργότερα ξεπέρασε τα 16 δις. Έτσι, το έλλειμμα θα αυξηθεί στο 9,9% του ΑΕΠ και το χρέος στο 205% του ΑΕΠ. Επομένως, η αναθεώρηση του ΑΕΠ προς τα πάνω για το 2021 επιτυγχάνεται με σχετικά μεγάλο δημοσιονομικό τίμημα.

Η πρωτοφανής δημοσιονομική επέκταση κατέστη δυνατή διότι η ΕΕ προχώρησε σε αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων μέχρι και το 2022. Η ΕΚΤ παράλληλα ενεργοποίησε πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (PEPP) και αγοράζει ελληνικά ομόλογα αν και δεν διαθέτουν την αναγκαία επενδυτική διαβάθμιση. Η απόφαση της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το 75% του δημόσιου χρέους διακρατείται από θεσμικούς δανειστές και το υψηλό ταμειακό απόθεμα της χώρας, συγκρατούν το μέσο επιτόκιο δανεισμού της χώρας σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο. Με τη δαπάνη για τόκους το 2020 μόλις στο 3% του ΑΕΠ εξασφαλίζεται δημοσιονομικός χώρος για την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης.

Αν η Ελλάδα έπρεπε να δανειστεί από τις αγορές για το σύνολο του χρέους με τα επιτόκια για παράδειγμα του 2009-2010, το κόστος εξυπηρέτησης του θα είχε υπερβεί το 10% του ΑΕΠ. Σ’ αυτό το ενδεχόμενο δεν θα υπήρχε δυνατότητα για δημοσιονομική στήριξη επιχειρήσεων και εργαζομένων. Η χώρα θα έχανε την πρόσβαση στις αγορές αφού το χρέος θα θεωρούνταν μη βιώσιμο. Επομένως, χωρίς τη συνεισφορά της ΕΕ και της ΕΚΤ και τη διακράτηση του χρέους από τους θεσμικούς δανειστές, η ελληνική οικονομία θα είχε ήδη καταρρεύσει από τις συνέπειες της κρίσης πανδημίας.

Προϋπόθεση για την θετική πορεία της οικονομίας τη διετία 2021-2022 είναι η συνέχιση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής και η πιο σταδιακή μείωση στο πρωτογενές έλλειμμα το 2022 σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στην πανδημία. Η ΕΚΤ πρόσφατα αναθεώρησε τη στρατηγική της. Από δηλώσεις  μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της προκύπτει ότι δεν υπάρχει ομοφωνία στα ακόλουθα ζητήματα: αν θα επιβραδυνθεί ή σταματήσει πρόωρα η αγορά ομολόγων του προγράμματος PEPP, το οποίο τυπικά λήγει το Μάρτιο του 2022, ή αν θα επεκταθεί. Τι θα γίνει με το παλαιότερο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων APP, στο οποίο δεν συμμετέχουν τα ελληνικά ομόλογα, και αν πρέπει και πότε να γίνει αναφορά σε αύξηση των επιτοκίων για να αποτραπεί το ενδεχόμενο σταθερής υπέρβασης του πληθωρισμού από το νέο συμμετρικό πλέον στόχο του 2%.

Οι διευκρινίσεις στα παραπάνω όπως και στο ζήτημα της μελλοντικής αντιμετώπισης των ελληνικών ομολόγων αν συνεχίσουν να μην διαθέτουν την επενδυτική διαβάθμιση είναι κομβικής σημασίας για την ελληνική οικονομία. Όσο λοιπόν τα «γεράκια» της ΕΚΤ διστάζουν να διεκδικήσουν την άμεση αλλαγή πορείας -προφανώς συνυπολογίζουν ότι η παραλλαγή Δέλτα μπορεί να ανατρέψει την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας – η ελληνική οικονομία θα διευκολύνεται από τη χαλαρή νομισματική πολιτική.

Η επιβεβαίωση των νέων εκτιμήσεων για την πορεία του ΑΕΠ στη διετία 2021-2022 θα διασφαλιστεί αν, προσθετικά στην ευνοϊκή πολιτική της ΕΚΤ, η κυβέρνηση προωθήσει τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και αξιοποιήσει αποτελεσματικά τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Η ορθή αξιοποίηση με κοινωνική διάσταση των πόρων αυτών παραμένει η μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση της ΝΔ και με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.