Προετοιμάζοντας την οικονομία για την επόμενη κρίση

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο 21-22 Αυγούστου 2021      

Η ελληνική οικονομία κατά την τελευταία δεκαετία, είχε από τις χειρότερες επιδόσεις σε όρους απολεσθέντος ΑΕΠ μεταξύ των οικονομιών της ευρωζώνης, εξαιτίας της κρίσης του 2008 και της πανδημίας. Οι παράγοντες που ερμηνεύουν την χειρότερη επίδοση της ελληνικής οικονομίας στις κρίσεις είναι:

Τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά. Η ελληνική οικονομία παρά την πρόοδο παραμένει εσωστρεφής. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εντοπίζονται σε λίγους τομείς (τουρισμός, ναυτιλία) ευάλωτους σε γεωπολιτικές διαταραχές, στις επιδημίες και στην κλιματική αλλαγή. Στα ιδιαίτερα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά συγκαταλέγονται το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, το υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχόλησης μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης και η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό.

Το έλλειμμα κοινωνικής διάστασης στην οικονομική πολιτική. Στο κυρίαρχο οικονομικό παράδειγμα της προηγούμενης τριακονταετίας η έξαρση των κοινωνικών ανισοτήτων και της φτώχειας ήταν ουδέτερα στη λειτουργία της οικονομίας. Η Ελλάδα που είχε έντονες ανισότητες είχε  χειρότερες επιδόσεις στις κρίσεις και δυσκολότερη πορεία ανάκαμψης.

Οι δημοσιονομικές παρεκκλίσεις. Η χώρα με εξαίρεση συγκεκριμένες περιόδους είχε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα ακόμη και όταν οι ρυθμοί μεγέθυνσης της οικονομίας ήταν υψηλοί. Αυτό οδήγησε σε διόγκωση του δημόσιου χρέους με αποτέλεσμα στην κρίση του 2008-2009 η χώρα να καταστεί ευάλωτη στις κερδοσκοπικές επιθέσεις των αγορών και να προσφύγει στα Μνημόνια.  

Θεσμικά ελλείμματα. Η κρίση του 2008-2009 ανέδειξε θεσμικά ελλείμματα (ψευδή στατιστικά στοιχεία, αδυναμία παρακολούθησης εκτέλεσης προϋπολογισμού κ.ά.) στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής και πέρα από αυτή. Παρά τις σημαντικές αλλαγές της δεκαετίας 2010-2020 σε αρκετές περιπτώσεις (πχ φορολογική πολιτική, Ανεξάρτητες Αρχές, παιδεία, δικαιοσύνη) αναιρέθηκαν ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές της διετίας 2010-2011.

Προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής των επόμενων χρόνων πρέπει να είναι η αναδιάρθρωση της οικονομίας ώστε στο ενδεχόμενο νέων κρίσεων οι αρνητικές συνέπειες να είναι λιγότερο έντονες, μικρότερης διάρκειας, πιο κοντά σε αυτές άλλων χωρών της ευρωζώνης. Τα επόμενα χρόνια η χώρα θα έχει πρόσβαση σε σημαντικούς πόρους για να προχωρήσει θετικές διαρθρωτικές αλλαγές ώστε να ενισχύσει την εξωστρέφεια της οικονομίας και να εξισορροπήσει τη συνεισφορά των επιμέρους τομέων της. Να διασφαλίσει ότι θα υπάρχουν αρκετές επιχειρήσεις με κρίσιμο μέγεθος που θα ανταγωνίζονται επιτυχώς επιχειρήσεις άλλων χωρών. Να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στην έρευνα και στην καινοτομία ώστε να ανταποκριθεί η χώρα στις προκλήσεις της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, της τεχνητής νοημοσύνης και της κλιματικής αλλαγής. Χωρίς μεγάλη επένδυση στην αναβάθμιση δεξιοτήτων, κινδυνεύουμε να μείνουμε οριστικά πίσω.

Η οικονομική πολιτική των επόμενων χρόνων πρέπει να ενσωματώσει την κοινωνική διάσταση ως εξίσου σημαντικό παράγοντα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Μετά τη λήξη των ευνοϊκών για τη δημοσιονομική πολιτική αποφάσεων της ΕΕ και της ΕΚΤ, η Ελλάδα θα κληθεί να διασφαλίσει εκ νέου πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξης περίπου του 2%. Η ουσιαστική μείωση του δημοσίου χρέους που είναι στο 205% του ΑΕΠ, θα πρέπει να επιτευχθεί με την επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης ΑΕΠ. Η χώρα οφείλει να αντιμετωπίσει τα χρόνια θεσμικά ελλείμματα στη λειτουργία της δικαιοσύνης, της πολιτικής αλλά και της οικονομίας ώστε να αντιδρά έγκαιρα και αποτελεσματικά στις κρίσεις.

Κυβέρνηση, αντιπολίτευση και κοινωνικοί εταίροι μέσα από συναινέσεις και ουσιαστικό δημόσιο διάλογο – που το ρόλο τους υποτιμά η κυβέρνηση – οφείλουν να προετοιμάσουν τη χώρα για να ανταπεξέλθει πιο αποτελεσματικά στις αυξανόμενες προκλήσεις ενός μεταβαλλόμενου γεωπολιτικού και γεωοικονομικού περιβάλλοντος. Να διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα θα διαθέτει υγιείς παραγωγικές δυνάμεις για να δημιουργείται νέος πλούτος που θα διαχέεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Να δημιουργεί νέες, ποιοτικές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Έτσι, θα δοθούν λύσεις στο πρόβλημα της υψηλής και μακροχρόνιας ανεργίας και η δυνατότητα στους Έλληνες που έφυγαν στα χρόνια της κρίσης να επιστρέψουν στη χώρα τους.