Η επιθετική πολιτική επιτοκίων της ΕΚΤ, απειλή για την ευρωζώνη

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας Μακεδονία 10 Σεπτεμβρίου 2022

Η διαμόρφωση και διατήρηση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και η πρωτοφανής υποτίμηση του ευρώ παρέχουν στα «γεράκια» της ΕΚΤ επιχειρήματα για να διεκδικούν ανά μήνα άμεσες και μεγάλες αυξήσεις στα επιτόκια στο επόμενο χρονικό διάστημα. Ο Πρόεδρος της Bundesbank Γ. Νάγκελ προέβλεψε ότι ο πληθωρισμός στη Γερμανία μπορεί να φτάσει το 10% στους επόμενους μήνες. Η ΕΚΤ κατά την άποψη του θα πρέπει να αυξάνει τα επιτόκια μέχρι να διασφαλιστεί ότι ο πληθωρισμός θα πέσει στο 2% ακόμη και αν αυτό οδηγήσει την οικονομία της ευρωζώνης σε ύφεση.

Οι απόψεις αυτές αν κυριαρχήσουν στο δ.σ. της ΕΚΤ έχουν ιδιαίτερη σημασία για την πορεία ευάλωτων οικονομιών – όπως η ελληνική – και όχι μόνο αυτών καθώς και η γερμανική οικονομία ήδη κινδυνεύει να βυθιστεί πρώτη σε ύφεση. Εύλογα λοιπόν γεννάται το ερώτημα αν η ΕΚΤ οφείλει να θέσει σε προτεραιότητα τη σταθερότητα των τιμών ακόμη και αν το τίμημα είναι η βαθιά ύφεση και η αύξηση της ανεργίας στην ευρωζώνη. Τα «γεράκια» υιοθετούν την ιεράρχηση αυτή επικαλούμενα τον πρωταρχικό καταστατικό στόχο της ΕΚΤ για σταθερότητα των τιμών παραγνωρίζοντας τη δεύτερη καταστατική της υποχρέωση να στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές της κοινότητας.  

Η συζήτηση για τη σωστή νομισματική πολιτική στην παρούσα συγκυρία ξεφεύγει από τα στενά όρια των πανεπιστημιακών και των οικονομολόγων και έρχεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες οι κεντρικοί τραπεζίτες ανά τον κόσμο βρίσκονται στο στόχαστρο των πολιτικών ηγεσιών εξαιτίας των οδυνηρών κοινωνικών συνεπειών της ακρίβειας που μειώνει το διαθέσιμο για κατανάλωση εισόδημα των νοικοκυριών.

Στην ευρωζώνη όμως οι αντιδράσεις στις εκκλήσεις των «γερακιών» για άμεση και συνεχή αύξηση επιτοκίων – ανεξάρτητα από την πορεία της οικονομίας της ευρωζώνης – απορρέουν από τη διαπίστωση ότι σημαντικό τμήμα του  πληθωρισμού είναι από την πλευρά της προσφοράς/αλυσίδας παραγωγής και μικρότερο από την πλευρά της ζήτησης όπου είναι αποτελεσματική η πολιτική αυτή. Επομένως η μείωση της ζήτησης μέσω των επιτοκίων είναι η λάθος συνταγή για την αντιμετώπισή του προβλήματος στην ευρωζώνη. Οι παρεμβάσεις των κυβερνήσεων με επιβολή πλαφόν στις τιμές, ή/και μείωση έμμεσων φόρων μπορούν να συμβάλλουν πιο αποτελεσματικά στην ταχύτερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού που προέρχεται από την πλευρά της προσφοράς.

Η αύξηση των επιτοκίων απαιτεί χρόνο για να επηρεάσει τη ζήτηση και στη συνέχεια τις τιμές. Επομένως, οι αρνητικές συνέπειες στην οικονομία θα υπερβούν το 2023 και θα φτάσουν στο 2024. Έτσι, θα υπάρξουν πέρα από τις βραχυχρόνιες και μακροχρόνιες για την οικονομία συνέπειες αφού θα επηρεαστούν αρνητικά τόσο οι ιδιωτικές όσο και οι δημόσιες επενδύσεις. Στο βαθμό που ο πληθωρισμός οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο κόστος των ορυκτών καυσίμων μια άμεση και μεγάλη αύξηση των επιτοκίων είναι η λάθος συνταγή γιατί θα περιορίσει τις πράσινες επενδύσεις για ΑΠΕ που είναι η σωστή συνταγή για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού.

Η Ελλάδα πριν προλάβει να καλύψει τις απώλειες της κρίσης χρέους, βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της κρίσης πανδημίας, της ενεργειακής και τώρα απειλείται από μια πιθανή πολύ επιθετική πολιτική επιτοκίων της ΕΚΤ. Αν κερδίσουν τα «γεράκια» και η ευρωζώνη στο σύνολο της οδηγηθεί σε ύφεση είναι βέβαιο ότι η ελληνική οικονομία θα συμπαρασυρθεί είτε σε ύφεση είτε σε στασιμότητα. Η ελληνική οικονομία σε όρους πραγματικού κατά κεφαλή ΑΕΠ αποκλίνει συστηματικά από το μέσο όρο της ΕΕ από το 2009. Αν η ΕΚΤ επιλέξει την ύφεση για την ευρωζώνη για να ελέγξει τον πληθωρισμό τότε η ελληνική οικονομία θα χάσει τα όποια οφέλη μπορεί να αποκομίσει από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και θα συνεχίσει να αποκλίνει αντί να συγκλίνει. Εκ των πραγμάτων μια νέα ύφεση ή στασιμότητα θα επηρεάσει αρνητικά και τη δυναμική του δημόσιου χρέους που εξακολουθεί να βαραίνει την οικονομία.    

Με βάση τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι μια μεγάλη και άμεση αύξηση των επιτοκίων ανά μήνα είναι επιλογή υψηλού ρίσκου. Όσο γρηγορότερα το κατανοήσουν αυτό τα «γεράκια» της ΕΚΤ τόσο μικρότερες θα είναι οι απώλειες στην ευρωζώνη σε όρους χαμένου ΑΕΠ και θέσεων εργασίας. Η ΕΚΤ έχει κατοχυρωμένη την ανεξαρτησία της αλλά δεν θα μείνει στο απυρόβλητο αν οι πολίτες βρεθούν αντιμέτωποι με τις συνέπειες μιας βαθιάς ύφεσης και αύξησης της ανεργίας. Αυτό θα πυροδοτήσει ένα νέο κύμα αντιευρωπαϊσμού ή/και θα ακουστούν φωνές για περιορισμό ή κατάργηση της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ.

Στην προηγούμενη κρίση η ευρωζώνη κινδύνεψε από λάθη των πολιτικών ηγεσιών κυρίως των «φειδωλών» χωρών και δευτερευόντως από τα λάθη της ΕΚΤ με Πρόεδρο τον Τρισέ. Αν η ΕΚΤ τελικά επιλέξει μια πολύ επιθετική πολιτική επιτοκίων μπορεί να θέσει σε διακινδύνευση το μέλλον της ευρωζώνης και η ευθύνη αυτή τη φορά θα είναι αποκλειστικά δική της.