Το Σύμφωνο Σταθερότητας και οι κίνδυνοι για την πράσινη μετάβαση

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ημερών στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη αναδεικνύουν τις συνέπειες από τις καθυστερήσεις στις δράσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η αύξηση της θερμοκρασίας και άλλων κλιματικών παραμέτρων θα επηρεάσει αρνητικά μεταξύ άλλων την απόδοση του πρωτογενούς τομέα και την τουριστική κίνηση. Το δημόσιο θα επιβαρυνθεί ιδιαίτερα από τις υπηρεσίες που θα πρέπει να προσφέρει εξαιτίας των φαινομένων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το σωρευτικό κόστος για την οικονομία μέχρι το 2100, αν δεν ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, θα ανέλθει σε περίπου 700 δις στο δυσμενέστερο σενάριο, ενώ η  προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορεί να στοιχίσει έως και €67 δισεκ.

Η ΕΕ θέσπισε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας προκειμένου να βοηθήσει τις χώρες να επιταχύνουν την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και να ενθαρρύνουν την εμπροσθοβαρή επίτευξη των κλιματικών και ενεργειακών στόχων για το ενδιάμεσο ορόσημο του 2030. Οι πόροι του Ταμείου θα είναι διαθέσιμοι μέχρι το 2026. Μελλοντικά οι δυνατότητες εθνικής δημόσιας χρηματοδότησης της πράσινης μετάβασης θα επηρεαστούν σημαντικά από τις αποφάσεις για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας.

Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απορρίφθηκαν από την Γερμανία και τους φειδωλούς της ΕΕ. Η επίτευξη ενός συμβιβασμού μεταξύ των προτάσεων της Επιτροπής, που προτείνει να υπάρχουν διμερείς συμφωνίες για τη δημοσιονομική πολιτική και της Γερμανίας που προτείνει ετήσια μείωση του χρέους κατά μία ποσοστιαία μονάδα για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, είναι δύσκολη. Αν η Γερμανία επιβάλλει τις απόψεις της, τότε για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα θα είναι δύσκολο να αυξήσουν τις πράσινες επενδύσεις. Η πρόταση της ΕΕ αφήνει περιθώριο στις χώρες αυτές για επενδύσεις στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Οι δαπάνες των χωρών της ΕΕ για την αντιμετώπιση της υγειονομικής και ενεργειακής κρίσης αύξησαν το δημόσιο χρέος, ενώ η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του, αποτέλεσμα της αύξησης επιτοκίων από την ΕΚΤ, έχουν  ως αποτέλεσμα να περιοριστεί ο δημοσιονομικός χώρος για την χρηματοδότηση δράσεων για την κλιματική αλλαγή. Δράσεις που απαιτούν δύσκολες επιλογές με διανεμητικές συνέπειες μεταξύ αυτών που μολύνουν το περιβάλλον και εκείνων που συνεισφέρουν στην αναγέννηση της φύσης και αποζημιώσεις σε όσους θίγονται από την πράσινη μετάβαση.

Οι χώρες μπορεί να αναγκαστούν να αυξήσουν τις πράσινες δαπάνες περικόπτοντας άλλες ή αναζητώντας νέα έσοδα, διακινδυνεύοντας την εκδήλωση σκεπτικισμού περί «του κόστους» της κλιματικής μετάβασης. Η κυβέρνηση της ΝΔ, αντί να προετοιμάζεται για κάθε ενδεχόμενο και να διερευνά πως θα εξασφαλιστεί δημοσιονομικός χώρος  για πράσινες επενδύσεις, ξοδεύει χρήματα φορολογουμένων σε πράγματα που βλάπτουν το περιβάλλον, επιδοτώντας εταιρείες που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια με ορυκτά καύσιμα και δίκτυα φυσικού αερίου σε πόλεις.  

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ότι ήρθε η ώρα των δύσκολων πολιτικά αποφάσεων για την υλοποίηση των πράσινων επενδύσεων. Η μη ανάληψη δράσης για την κλιματική προσαρμογή θα έχει σημαντικές κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, προκαλώντας αύξηση της φτώχειας και ενίσχυση των ανισοτήτων.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο 22-23 Ιουλίου 2023