Η αξιολόγηση των προεκλογικών προγραμμάτων

Μετά τις εκλογές ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι στις προτεραιότητες της κυβέρνησης είναι η κατάθεση νομοσχεδίου για την αξιολόγηση των προεκλογικών προτάσεων των κομμάτων. Η πρωτοβουλία αυτή, αν και με πολυετή καθυστέρηση, έχει ένα θετικό πρόσημο καθώς ενισχύει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Επιπρόσθετα, θα βοηθήσει τους ψηφοφόρους να κατανοήσουν το κόστος των προτάσεων των κομμάτων, πως θα χρηματοδοτηθούν και ποιοι ωφελούνται από αυτές.   

Στη συζήτηση για την πρόταση που θα καταθέσει η κυβέρνηση είναι αναγκαίο να απαντηθούν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα. Το πρώτο αφορά το θεσμό που θα αναλάβει την δημοκρατική ευθύνη. Είναι σημαντικό να διασφαλιστούν η θεσμική και λειτουργική ανεξαρτησία του, όπως και η τεχνική επάρκεια και αποτελεσματικότητά του. Οι καταλληλότεροι φορείς είναι είτε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο είτε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Για να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία του φορέα που θα προκριθεί θα πρέπει η διοίκηση του να ορίζεται μέσω της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία των 4/5, να μην συμμετέχουν σε αυτή πολιτικά πρόσωπα και να διασφαλιστεί ο μεθοδολογικός πλουραλισμός των μελών της διοίκησης. Ο φορέας αυτός θα πρέπει να στελεχωθεί με αυστηρά κριτήρια με ειδικούς επιστήμονες, ώστε να διασφαλιστεί η θεωρητική και τεχνική επάρκεια και αποτελεσματικότητα του.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά την υποχρεωτικότητα ή μη κατάθεσης προς αξιολόγηση των κομματικών προτάσεων. Η Ολλανδία, που έχει μακρά εμπειρία στην αξιολόγηση κομματικών προγραμμάτων, δεν την έχει καταστήσει υποχρεωτική. Σχεδόν όλα τα κόμματα που εκπροσωπούνται στη Βουλή καταθέτουν τα προγράμματα τους προς αξιολόγηση. Αν επιλεγεί η υποχρεωτικότητα, αυτή θα πρέπει να περιοριστεί στα κόμματα της Βουλής.

Ένα τρίτο ερώτημα αφορά την έκταση  της αξιολόγησης και τη συγκρισιμότητα των προτάσεων. Με βάση τις προτεραιότητες που έχουν τεθεί για τη χώρα μετά τις συνεχείς κρίσεις, είναι κρίσιμο οι προτάσεις να αξιολογούνται αν συμβάλλουν στον, δίκαιο, πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση των ανισοτήτων. Θα ήταν χρήσιμο οι προτάσεις των κομμάτων για αλλαγές στις δαπάνες ή στους φόρους να ταξινομούνται ανά κατηγορία (πχ υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, εθνική άμυνα) ώστε να είναι συγκρίσιμες.

Ο θεσμός θα παρουσιάζει το βασικό σενάριο για την πορεία της οικονομίας, ώστε τα κόμματα να γνωρίζουν σε ποιο περιβάλλον θα τεθούν σε εφαρμογή τα προγράμματα τους. Στην συνέχεια θα καταθέτουν τα προγράμματα προς αξιολόγηση. Ιδιαίτερη αξία έχει η αξιολόγηση των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών των δημόσιων δαπανών και των φόρων και μια εκ των υστέρων αποτίμηση των δημοσιονομικών παρεμβάσεων της απελθούσας κυβέρνησης ως προς την αποτελεσματικότητα τους.  

Ένα τέταρτο ερώτημα αφορά τη διαφανή και αντικειμενική λειτουργία του θεσμού που θα αξιολογεί. Είναι κρίσιμο να υπάρξει συμφωνία σε ότι αφορά το μεθοδολογικό πλαίσιο του μακροοικονομικού υποδείγματος που θα χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση των προτάσεων. Θα πρέπει να οριοθετηθούν κανόνες στη λειτουργία του θεσμού, για να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα της αξιολόγησης και η ορθή επικοινωνία του με τα κόμματα. Κανένα κόμμα δεν θα μαθαίνει την αξιολόγηση των προτάσεων άλλου κόμματος και ο θεσμός δεν θα διαρρέει τα ευρήματα του στον τύπο. Τα κόμματα θα μαθαίνουν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των προτάσεων τους και θα έχουν την δυνατότητα να τις συζητούν με το θεσμό και να τις τροποποιούν. Η δημοσιοποίηση της αξιολόγησης θα πρέπει να γίνεται κατά την έναρξη της προεκλογικής περιόδου.

Η λειτουργία του θεσμού θα πρέπει να εξασφαλίσει την αποδοχή του από τα κόμματα και την κοινωνία. Για αυτό κατά τη συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου πρέπει να διασφαλιστούν ευρύτερες συναινέσεις και να προβλεφθεί μια διαδικασία αξιολόγησης και αλλαγών στη λειτουργία του. Μια επιτυχής λειτουργία της αξιολόγησης θα ενισχύσει την αξιοπιστία των κομμάτων και θα αποτρέψει το ενδεχόμενο η χώρα να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της χρεοκοπίας.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 23 Ιουλίου 2023