Ημερήσιο Αρχείο6 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ «LIBERAL» ΤΡΙΤΗ 4 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2018 στον Γιώργο Φιντικάκη

Σχολιάστε μας καταρχήν την ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο. Τι μας δείχνει η ανάλυση των στοιχείων για την κατανάλωση και τις επενδύσεις;

Η οικονομία στο δεύτερο τρίμηνο του 2018 χάνει σε δυναμική, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς την προς τα άνω αναθεώρηση του πρώτου τριμήνου. Το φρενάρισμα οφείλεται στην αρνητική συνεισφορά που είχαν οι επενδύσεις στην μεταβολή του ΑΕΠ.

Η εξέλιξη αυτή είναι ένα ακόμη καμπανάκι ότι το μείγμα πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. που στηρίζεται στην υπερφορολόγηση για τη δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων εμποδίζει την πραγματοποίηση επενδύσεων και περιορίζει τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Αυτό σημαίνει απώλεια σε όρους ΑΕΠ και συνεπακόλουθα χαμένες θέσεις εργασίας. 

Στην κυβέρνηση ήλπιζαν σε ένα «καλό» νέο από την ΕΛΣΤΑΤ προκειμένου, κατά τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς στις 10 Σεπτεμβρίου, να μπορεί να υποστηρίξει ότι το πλεόνασμα θα κινηθεί πάνω από το 4% του ΑΕΠ το 2018, και άρα έχει μεγάλη άνεση να χρηματοδοτήσει τόσο το φετινό πακέτο παροχών όσο και εκείνο του 2019. Δίνει τέτοιες δυνατότητες η πορεία της ανάπτυξης ;

Αν η ανακοπή της δυναμικής του ΑΕΠ που καταγράφεται στο δεύτερο τρίμηνο  συνεχιστεί και στα επόμενα δύο τρίμηνα, τότε η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί κοντά στον αναθεωρημένο μικρότερο στόχο που τέθηκε από την κυβέρνηση στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, δηλαδή στο 2%.

Η επίδοση αυτή είναι κάτω από τις αρχικές προβλέψεις για ανάπτυξη της τάξης του 2,5% και μακριά από τις ανάγκες μιας οικονομίας που εξέρχεται από μια δεκαετή ύφεση. Το τι θα κάνει τελικά η κυβέρνηση σε ότι αφορά τις παροχές θα εξαρτηθεί από το αν επιλέξει να σεβαστεί τους δημοσιονομικούς στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα που η ίδια διαπραγματεύτηκε ή επιλέξει να «κλωτσήσει την καρδάρα με το γάλα» για να διασώσει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι μπορεί από τα εκλογικά του ποσοστά στις επόμενες εκλογές.   

Ενόψει της ομιλίας του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, κυβερνητικά στελέχη διαμορφώνουν ένα κλίμα υψηλών προσδοκιών για προεκλογικές παροχές. Τι μπορεί να σημάνει αυτό για την οικονομία, και τι μηνύματα θα στείλει στις αγορές, αλλά και στους εταίρους;

Μετά τη λήξη του Τρίτου Μνημονίου η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη σε κρίσεις προερχόμενες από το εξωτερικό, στο ενδεχόμενο μιας δημοσιονομικής εκτροπής ή εγκατάλειψης του προγράμματος των διαρθρωτικών αλλαγών.

Η αδυναμία αυτή, οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές από τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, τους θεσμούς, τη δημόσια διοίκηση και στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος δεν προχώρησαν τα τελευταία χρόνια. Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις έγιναν προσπάθειες κάποιες αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα χρόνια της κρίσης να ακυρωθούν.

Αν τελικά η κυβέρνηση καταφύγει σε προεκλογικές παροχές πέρα από τους συμφωνημένους με τους δανειστές δημοσιονομικούς στόχους τότε η χώρα διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη δυνατότητα για αναβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης.

Η πιο πιθανή κατάληξη τότε θα είναι η χώρα να χάσει ότι κέρδισε μετά από μια οκταετή προσπάθεια και βέβαια να απαξιωθεί πλήρως η πολιτική στα μάτια των πολιτών. Εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει τους πολίτες σε ακραίες επιλογές.

Πιστεύετε ότι στη ΔΕΘ ο κ. Τσίπρας αφενός θα εξαγγείλει μια φιλοκοινωνική πολιτική μεν, αφετέρου όμως θα δεσμευθεί ότι θα σεβαστεί τους δημοσιονομικούς στόχους; Δηλαδή, θα επιχειρήσει να ικανοποιήσει τόσο το κομματικό όσο και το… διεθνές ακροατήριο; Κατά πόσο όμως είναι εφικτά και τα δύο ;

Ελπίζω ότι η κυβέρνηση με βάση την πρόσφατη εμπειρία της Ιταλίας και της Τουρκίας να έχει κατανοήσει σε τι περιπέτειες μπορεί να οδηγηθεί η χώρα αν προσχωρήσει στη λογική των προεκλογικών παροχών και στην ανατροπή των υψηλών δημοσιονομικών στόχων που αποδέχτηκε.

Από τις δηλώσεις υπουργών και βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. προκύπτει ότι τελικά υπάρχει ο κίνδυνος να δούμε την πρόσφατη ιστορία της χώρας να επαναλαμβάνεται.

Να υπενθυμίσω ότι τον Αύγουστο του 2007 ο τότε Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής εξερχόμενος από το Προεδρικό Μέγαρο δήλωσε ότι ζήτησε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας την προκήρυξη πρόωρων εκλογών για την κατάρτιση ενός «προϋπολογισμού κοινωνικής αλληλεγγύης» προκειμένου να στηριχτούν τα ελληνικά νοικοκυριά που συνεισέφεραν στη προσπάθεια για την έξοδο της χώρας από την επιτήρηση. Την συνέχεια την γνωρίζουμε. Δημοσιονομικό έλλειμμα 10% του ΑΕΠ το 2008, 15,3% του ΑΕΠ το 2009, υπερχρέωση της χώρας και συνεπακόλουθα κατάρρευση και προσφυγή στο μνημόνιο το 2010.    

Στη κυβέρνηση επιμένουν ότι δεν μας επηρεάζει η αναταραχή στις αγορές εξαιτίας Ιταλίας, Τουρκίας, Αργεντινής. Είναι πράγματι έτσι; Αν ναι, τότε γιατί οι αγορές ζητούν για να μας δανείσουν 4,4% (σ.σ: η απόδοση του 10ετούς την Παρασκευή, που αποτελεί ρεκόρ Αυγούστου), και τα spreads βρίσκονται κοντά στα επίπεδα του 2010;

Η αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρώπη το 2010 ήταν αυτή που γνωρίζουμε όχι μόνο γιατί η Ευρώπη ήταν θεσμικά απροετοίμαστη αλλά γιατί η Γερμανία  ανησυχούσε τότε ότι οι όποιες δεσμεύσεις έναντι της Ελλάδας θα έπρεπε να επεκταθούν και στην Ιταλία σε περίπτωση που και αυτή έχανε την πρόσβαση στις αγορές.

Η Ελλάδα, παρά την λήξη του τρίτου μνημονίου, δεν έχει κτίσει ακόμη την αξιοπιστία της που τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα με τους επικίνδυνους και τυχοδιωκτικούς πειραματισμούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. το 2015.

Η πιστοληπτική της αξιολόγηση παραμένει χαμηλή, το ύψος του δημόσιου χρέους υψηλό όπως επίσης και το ύψος των κόκκινων δανείων. Οι κεφαλαιακοί έλεγχοι τρία χρόνια μετά την επιβολή τους είναι σε ισχύ. Επιπρόσθετα, χάσαμε τη δυνατότητα να συμμετάσχουμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εξαιτίας των πειραματισμών του 2015.

Για αυτόν τον λόγο οι αγορές εξακολουθούν να τιμολογούν ακριβά τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χώρα. Όσο, λοιπόν, οι συνθήκες στις αγορές είναι ευμετάβλητες, εξαιτίας των εξελίξεων στην Ιταλία ή ακόμη και στην Τουρκία, η Ελλάδα δεν θα καταφέρει να πετύχει αυτό που πέτυχε η Πορτογαλία όταν βγήκε από τα μνημόνια. Να μειωθούν δηλαδή αισθητά τα spreads και να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές σε αποδεκτά επιτόκια.

Σύμφωνα με το κακό σενάριο, σε 22 μήνες από σήμερα η Ελλάδα θα έχει εξαντλήσει το «μαξιλάρι», και όταν θα στραφεί στις αγορές προκειμένου να δανειστεί, θα βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλά επιτόκια, οπότε θα αναγκαστεί να ζητήσει από τους εταίρους προληπτική γραμμή. Ποιά η γνώμη σας;

Η χρησιμότητα του αποθεματικού είναι ισχυρή όσο αυτό είναι ανέγγιχτο. Ο κίνδυνος για την Ελλάδα δεν θα ξεκινήσει όταν τελειώσουν τα χρήματα του αποθεματικού. Θα ενεργοποιηθεί όταν οι αγορές διαπιστώσουν ότι η χώρα δεν θα έχει καταφέρει ως το τέλος του 2019 να ακολουθήσει ένα κανονικό πρόγραμμα εκδόσεων και αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα.

Όλα λοιπόν θα εξαρτηθούν από τις πολιτικές που θα ακολουθήσει η παρούσα κυβέρνηση και αυτή που θα προκύψει από τις ερχόμενες εκλογές.

Αν η κυβέρνηση σήμερα παραβιάσει τις δεσμεύσεις της χώρας με αποτέλεσμα να μην βελτιωθεί η πιστοληπτική ικανότητα και μείνουν τα επιτόκια σε σχετικά υψηλά επίπεδα οπότε υποχρεωθεί η χώρα να χρησιμοποιεί τα χρήματα του αποθεματικού το 2019, τότε θα βρεθεί αντιμέτωπη με αρνητικές εκπλήξεις.

Μετά τις εκλογές η χώρα πρέπει να κτίσει την αξιοπιστία της. Το Κίνημα Αλλαγής προτείνει μετά τις εκλογές οι πολιτικές δυνάμεις να συνεννοηθούν για ένα πρόγραμμα αλλαγών και να διεκδικήσουν από τους δανειστές τη μείωση του στόχου για το πρωτογενές αποτέλεσμα στο 2%. Αυτό θα διευκολύνει το πέρασμα στη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.