Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» του Σαββατοκύριακου 4 και 5 Απριλίου 2015

Πέντε χρόνια μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούν να παραμένουν ισχυρές διάφορες μυθοπλασίες για το ποια ήταν η πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ιδιαίτερα την περίοδο μεταξύ 2007-2009  που τελικά οδήγησε την χώρα εκτός αγορών και σε αναγκαστικό δανεισμό από τους θεσμικούς πιστωτές. Μυθοπλασίες που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες όπως διαφαίνεται από την πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ για την συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής.

Για μια ουσιαστική και εμπεριστατωμένη συζήτηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας το 2009 είναι αναγκαία μια επισκόπηση των δημοσιονομικών μεγεθών από την επομένη της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Έτσι, θα καταγραφεί η δυναμική αυτών των μεγεθών και θα καταστεί δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για το αν τελικά υπήρχε πρόβλημα με το δημόσιο χρέος το 2009 και αν ναι γιατί αυτό δεν διαγνώστηκε έγκαιρα ώστε να ληφθούν προληπτικά τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα;

Σε αντίθεση με την καθιερωμένη στις αναλύσεις, χρήση του δείκτη χρέος προς ΑΕΠ είναι προτιμότερο να αξιολογηθεί αρχικά η πορεία του χρέους της γενικής κυβέρνησης σε δισεκατομμύρια ευρώ. Η επιλογή αυτή γίνεται για δύο λόγους.

Πρώτον γιατί  στην περίπτωση της Ελλάδος το ΑΕΠ δεν αποτελεί ικανοποιητικό δείκτη για να δούμε ποια είναι η δυνατότητα που είχε η χώρα για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της. Διότι το εκάστοτε επίπεδο του ΑΕΠ δεν ανταποκρίνονταν στη φοροδοτική ικανότητα που έχει το ίδιο επίπεδο ΑΕΠ σε άλλες χώρες. Αυτό οφείλεται στην  εκτεταμένη φοροδιαφυγή.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το γεγονός ότι η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ δεν ήταν βιώσιμη αφού στηριζόταν στην αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης που τροφοδοτούσε ο ιδιωτικός και δημόσιος δανεισμός. Η αύξηση του ΑΕΠ τροφοδοτούνταν από τον υψηλό πληθωρισμό που έτρεχε ταχύτερα στην Ελλάδα από ότι στην υπόλοιπη ευρωζώνη υποσκάπτοντας τα θεμέλια της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Ταυτόχρονα απέκρυπτε το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος του χρέους αφού οδηγούσε σε ταχύτερη αλλά μη βιώσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Το χρέος λοιπόν μετά την ένταξη στην ΟΝΕ είχε μια σταθερά ανοδική πορεία. Από τα 152 δις του 2001, έφτασε το 2004 στα 184 δις και το 2009 στα 300 δισ.

 saxgrafima

Η τρομακτική αυτή εξέλιξη δεν αποτυπώνεται όταν κάποιος πάρει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Μεταξύ 2001 και  2007 υπήρξε μια περίοδος σταθερότητας, όπου ως ποσοστό του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος παρέμεινε περίπου στο 100%. Έτσι, δημιουργήθηκε λανθασμένα η εντύπωση ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.

saxgrafima2

Επομένως χάθηκε πολύτιμος χρόνος όλο αυτό το διάστημα διότι δε υπήρξε πρόνοια να ελεγχθεί η δυναμική του χρέους αλλά ούτε και να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας τα οποία την καθιστούσαν λιγότερο ανταγωνιστική και με μια ανάπτυξη μη βιώσιμη.

Έτσι, μόλις όμως ξέσπασε η διεθνής κρίση και η Ελλάδα πέρασε το 2008 σε ύφεση τότε το χρέος βγήκε εκτός πορείας. Πήγε από 103% ΑΕΠ το 2007 στο 127% το 2009.

Εάν συγκρίνουμε τη χώρα μας με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ξεκάθαρο ότι το 2009 ως ποσοστό του ΑΕΠ η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος.

Έχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει είναι: «τελικά με αυτή τη δυναμική του δημόσιου χρέους υπήρχε κίνδυνος που αγνοήθηκε τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης που αξιολογούν την πορεία των οικονομιών των χωρών μελών;” Η απάντηση είναι: Ναι, υπήρχε.

Διότι εάν ληφθεί υπόψη ότι η οικονομία από το 2008 είχε πέσει σε ύφεση το ενδεχόμενο να παγιδευτεί σε χαμηλούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης –κάτι που υποδήλωναν τα χρόνια και μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών- και να διατηρήσει τα επίπεδα των ελλειμμάτων, τα οποία είχε μετά το 2007, δεν ήταν μικρό. Μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι εκ των πραγμάτων θα έφερνε στην επιφάνεια το ενδεχόμενο οι αγορές να αμφισβητήσουν κάποια στιγμή τη διατηρησιμότητα του χρέους.

Η διαχρονική πηγή του χρέους ήταν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Αυτό  που είναι χαρακτηριστικό της εμπειρίας της χώρας μας είναι ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν από το 2001 μέχρι το 2009 μονίμως ελλειμματικό.

saxgrafima3

Αυτό, δε, που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στη χώρα μας είχαμε δημοσιονομικά ελλείμματα και όταν είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και όταν είχαμε ύφεση.

Εξίσου ανησυχητική ήταν και η πορεία του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Αρκεί να επισημανθεί ότι από το 2007 μέχρι το 2009 το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέβηκε από 4,3% σε 5,2%.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η συνεχής αύξηση των πρωτογενών ελλειμμάτων από το 2003 και μετά. Αυτό διαψεύδει την άποψη της ΝΔ ότι η μεγέθυνση του χρέους οφείλεται κυρίως στα βάρη τα οποία κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και ιδιαίτερα από τις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάτι προκύπτει, από τα δεδομένα είναι ότι έχουμε πρωτογενή ελλείμματα από το 2003 και μέχρι το 2009 οπότε το πρωτογενές έλλειμμα έφτασε τα 24 δις η 10% του ΑΕΠ και ότι από το 2004 και μετά οι πρωτογενείς δαπάνες ανέρχονται στο 90% περίπου του συνόλου των δαπανών

Το έλλειμμα στα μέσα του 2009 ήταν ήδη πάνω από 6% και το φθινόπωρο η δυναμική του έδειχνε ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδα άνω του 12%. Η κυβέρνηση της ΝΔ απέκρυπτε το πρόβλημα από την κοινότητα δηλώνοντας ότι θα διαμορφωθεί στο 6% ακυρώνοντας την αξιοπιστία της χώρας. Ταυτόχρονα, μετά τις ευρωεκλογές ανακοίνωνε μέτρα αμφίβολης αποτελεσματικότητας ύψους 0,8% του ΑΕΠ.

Τέλος, ενώ είχαν προϋπολογιστεί δανειακές ανάγκες 40,7 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2009, τελικά η χώρα δανείστηκε 66 δισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν 50% παραπάνω από όσα είχαν προϋπολογιστεί.

Τελικά στις αρχές του 2010, μετά την κερδοσκοπική επίθεση που εκδηλώθηκε σε βάρος των ελληνικών ομολόγων, το κόστος δανεισμού στις αγορές κατέστη απαγορευτικό.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να υποχρεωθεί να υπογράψει τη δανειακή σύμβαση προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση των αναγκών της για όσο έμενε έξω από τις αγορές.

Αυτή η χρηματοδότηση θα της έδινε χρόνο να προχωρήσει σε δημοσιονομικές αλλαγές, διαρθρωτικές αλλαγές και στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος έτσι ώστε να μπορέσει να επανακάμψει στις αγορές.

Πέντε χρόνια μετά δεν διαφαίνεται προοπτική για έξοδο στις αγορές και η χώρα παραμένει και θα συνεχίσει σε καθεστώς αναγκαστικού δανεισμού. Προφανώς αυτό θα είναι ένα από τα θέματα τα οποία θα εξεταστούν στην Εξεταστική Επιτροπή που θα συγκροτηθεί.

Αντίθετα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία όχι μόνο βγήκαν από το πρόγραμμα αλλά αντλούν από τις αγορές κεφάλαια με ιστορικά χαμηλά επιτόκια αποπληρώνοντας τα κεφάλαια του ΔΝΤ και αναχρηματοδοτώντας φθηνά παλαιό ακριβό χρέος.

 

 

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» την Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Το τελευταίο διάστημα με αφορμή την ταχεία απομείωση των ταμειακών διαθεσίμων του κράτους με δεδομένη την αδυναμία πρόσβασης στις αγορές  επανήλθαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης προτάσεις για την παράλληλη κυκλοφορία νομίσματος ως λύση ανάγκης. Οι προτάσεις αυτές διατυπώνονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου για αποφυγή συνέχισης της κρίσης με διαφορετική όμως τελική στόχευση.

Ορισμένοι υποστηρίζουν την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος γιατί η εναλλακτική της εξόδου από το ευρώ εκλαμβάνεται ως καταστροφική. Όταν η Ελλάδα ξεπεράσει τα προβλήματά της θα επιστρέψει, στην ευρωζώνη ως πλήρες μέλος.

Κατά μία άλλη εκδοχή η εισαγωγή παράλληλου νομίσματος είναι η ασφαλέστερη ενδιάμεση επιλογή για τη σταδιακή έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Μια άμεση έξοδος, πρέπει να αποφευχθεί γιατί θα δημιουργούσε τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες.

Στα θεωρητικά πλεονεκτήματα της πρότασης για παράλληλο νόμισμα συγκαταλέγεται η δυνατότητα του Δημοσίου να αποπληρώνει υποχρεώσεις του χωρίς η χώρα να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την ευρωζώνη. Επίσης εκτιμάται ότι μέσω της έκδοσης του θα ενισχυθεί η ζήτηση και θα ανακάμψει η οικονομία.

Έχουν διατυπωθεί δυο παραλλαγές της πρότασης. Σύμφωνα με την πρώτη η Ελλάδα θα τυπώσει εθνικό νόμισμα το οποίο θα κυκλοφορεί παράλληλα με το ευρώ με μια ισοτιμία που θα προσδιοριστεί από την κεντρική τράπεζα. Αυτό θα επιτρέψει να υποτιμηθεί μετά το νόμισμά και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές.

Στη δεύτερη παραλλαγή η χώρα θα εκδώσει τίτλους με τους οποίους θα δεσμεύεται να αποπληρώσει στους κατόχους τους το ονομαστικό ποσό σε ευρώ σε συγκεκριμένη προθεσμία. Εναλλακτικά, οι κάτοχοι τους θα μπορούν να πληρώσουν με αυτά μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις. Σε κάποιες παραλλαγές η αποδοχή των τίτλων αυτών είναι υποχρεωτική σε άλλες όχι.

Η δεύτερη πρόταση ισοδυναμεί με παράλληλη θέσπιση νομίσματος αφού στις συναλλαγές οι τίτλοι αυτοί δεν θα γίνονται αποδεκτοί στην αξία που θα αναγράφεται. Μόλις οι κάτοχοι τους πληρωθούν από το Δημόσιο με αυτούς τους τίτλους θα διαπιστώσουν ότι η πραγματική τους αξία δεν είναι για παράδειγμα τα 50 ευρώ που θα γράφει ο τίτλος αλλά τα 20 η τα 15 ευρώ με τα οποία θα τα αποδέχεται η αγορά στις συναλλαγές.

Όλες οι παραπάνω προτάσεις προτείνονται για να ξεπεράσει η Ελλάδα τα προβλήματά της με το ελάχιστο δυνατό κόστος η με κόστος που είναι χαμηλότερο από οποιαδήποτε άλλη επιλογή.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οι προτάσεις αυτές θα δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από όσα υπόσχονται ότι θα λύσουν. Προϋποθέτουν και προεξοφλούν ότι δεν θα δημιουργηθούν προβλήματα στη λειτουργία  των τραπεζών -σε κάποιες παραλλαγές είναι αναγκαία η εισαγωγή περιορισμών στην ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και στην ανάληψη μετρητών από καταθέσεις- και ότι θα συμφωνήσουν η ΕΚΤ και οι υπόλοιποι Ευρωπαϊκοί θεσμοί πράγμα πρακτικά δύσκολο.

Από τη διεθνή εμπειρία χωρών με παράλληλη κυκλοφορία νομίσματος γνωρίζουμε ότι στο τέλος το εθνικό νόμισμα θα υποτιμηθεί τρομακτικά, και οι τιμές θα αυξάνονται συνεχώς δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα σε όσους θα πληρώνονται με το εθνικό νόμισμα. Οι παλιότεροι θυμούνται πόσο υποτιμημένη ήταν η δραχμή έναντι των χρυσών λιρών που ήταν περιζήτητες ειδικά την περίοδο κρίσεων.

Επιπρόσθετα, όσοι θα πληρώνονται στο νέο νόμισμα και έχουν δανειακές υποχρεώσεις σε ευρώ θα τους είναι ακόμη δυσκολότερο να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι μόνοι ωφελημένοι θα είναι όσοι έχουν περιουσία στο εξωτερικό ή δραστηριοποιούνται στον τομέα των εξαγωγών αφού θα έχουν έσοδα σε ευρώ.

Το νόμισμα αυτό δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή εισαγόμενων προϊόντων. Επομένως, η χώρα θα πρέπει να διασφαλίζει επαρκή διαθέσιμα σε ευρώ για να πληρώνει τις ανάγκες της σε εισαγόμενα. Με το παράλληλο νόμισμα θα ενισχυθεί η παραοικονομία και θα μειωθούν ακόμη περισσότερο τα φορολογικά έσοδα.

Το βασικό μειονέκτημα όλων αυτών των προτάσεων είναι ότι παραγνωρίζουν το ουσιαστικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που είναι η στρεβλή διάρθρωση της παραγωγικής βάσης που πρέπει να μετασχηματιστεί. Ο μετασχηματισμός αυτός θα ευνοηθεί σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και οικονομικής σταθερότητας όπως αυτό της Ευρωζώνης. Αντιθέτως στο ασταθές περιβάλλον που θα προκύψει από τη θέσπιση ενός παράλληλου  νομίσματος θα ενταθούν ακόμη περισσότερο η στασιμότητα και η φτώχεια.

Τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην οικονομία από το παράλληλο νόμισμα θα είναι τέτοιας έκτασης που στο τέλος η μόνη επιλογή θα είναι η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη, αλλά όχι μόνο.

Η χώρα θα έχει απομονωθεί οικονομικά και πολιτικά από την Ευρώπη και τα υποχρεωτικά μέτρα που θα κληθεί να λάβει για να υποστηρίξει το εγχείρημα του παράλληλου νομίσματος μπορεί να την οδηγήσουν τελικά και εκτός Ευρώπης.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στον ραδιοσταθμό "Στο Κόκκινο"

Μεταξύ άλλων δήλωσε ότι «πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τους στόχους της χώρας”, υπογραμμίζοντας ότι «από το 2013 έπρεπε να θέσουμε ως στόχο την οριστική έξοδο στις αγορές”.

Ωστόσο, όπως σημείωσε «χάσαμε χρόνο το 2014 και αναλωθήκαμε σε άγονες και ανούσιες συζητήσεις”, με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχει αδυναμία απεμπλοκής από την επιτήρηση. Ως θετικά παραδείγματα έφερε την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, ενώ σημείωσε ότι στην πόρτα της εξόδου από το μνημόνιο βρίσκεται και η Κύπρος.

Τόνισε ότι«θα είναι ευχής έργον στους επόμενους τέσσερις μήνες να αλλάξει τόσο πολύ η χώρα τη δημόσια εικόνα της”, εκτίμησε όμως ότι οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές και προέβλεψε ότι η Ελλάδα δε θα καταφέρει να πετύχει τόσο δραστικές αλλαγές σε ένα τόσο μικρό διάστημα, ενώ δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος έλλειψης ρευστότητας.

«Για να μπορέσουμε να σταθούμε στα πόδια μας πρέπει να «τρέξει” η οικονομία και να δημιουργήσουμε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που δε θα εξαρτάται από το δανεισμό των θεσμικών εταίρων”, πρόσθεσε και κατέληξε λέγοντας ότι για να ανασυνταχθεί η οικονομία χρειάζεται πολιτική και οικονομική σταθερότητα και φιλικό περιβάλλον προς επενδύσεις.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα Λάρισας «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» και τον δημοσιογράφο Κώστα Γκιάστα την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Σχολιάστε μας την 1η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών. 2.500 στελέχη βρέθηκαν εκεί. Ήταν αυτό που περιμένατε;

Η ανταπόκριση ήταν πάνω από τις προσδοκίες μας. Αυτό όμως που μας εντυπωσίασε ήταν ότι όλοι όσοι ήρθαν, συμμετείχαν στις συζητήσεις καταθέτοντας τις απόψεις τους για τις θεματικές ενότητες που ήταν οι νέες μορφές οργάνωσης κομμάτων, το ιδεολογικό στίγμα του Κινήματος αλλά και οι προτάσεις για έξοδο από την κρίση. Στο κλείσιμο των εργασιών μετά από οκτώ ώρες η αίθουσα ήταν γεμάτη. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναζήσει ανάλογη εμπειρία στο παρελθόν.

Πώς «μεταφράζεται» το αποτέλεσμα των εκλογών για το ΚΙΝΗΜΑ τόσο πανελλαδικά όσο και συγκεκριμένα στο Νομό Λάρισας; Πιστεύετε πως γι’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα προεκλογικά το αποτέλεσμα του 2.5% ήταν ικανοποιητικό;

Αν και δεν διασφαλίσαμε να συμμετάσχουμε στη νέα Βουλή που συγκροτήθηκε, θεωρώ ότι το αποτέλεσμα που πετύχαμε στις 16 ημέρες που είχαν στη διάθεσή τους οι υποψήφιοι τόσο στον Νομό Λάρισας αλλά και στις υπόλοιπες εκλογικές περιφέρειες είναι μια μεγάλη κατάκτηση. Επιβεβαιώνει την άποψή μας για την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα που έδωσε φωνή και έκφραση σε όσους από τον χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης ένιωθαν ότι δεν τους εξέφραζε κάποιο από τα υπάρχοντα κόμματα. Αποτελεί μια πολύ καλή αφετηρία για να συνεχίσουμε με μεγαλύτερη θέρμη την προσπάθειά μας για την ανασυγκρότηση των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.

Ο κ. Παπανδρέου δήλωσε ότι στηρίζει την κυβέρνηση ζητώντας από το Σώμα να στηρίξει και εκείνο την κυβέρνηση, κάτι που επιδοκιμάστηκε. Πώς αξιολογείται αυτό στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή όταν μάλιστα ο ίδιος ο κ. Παπανδρέου ανέφερε ότι ο κ. Τσίπρας ήταν εκείνος που είχε πολεμήσει τις προσπάθειες της δικής του κυβέρνησης για μείωση του τεράστιου ελλείμματος;

Ο πρόεδρος του Κινήματος είπε το αυτονόητο ότι στηρίζει κάθε πρωτοβουλία της Κυβέρνησης που οδηγεί σε περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους και σε μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα ώστε να δοθεί χρόνος στη χώρα να γίνουν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος και την οικονομία. Ταυτόχρονα ζητήσαμε από την Κυβέρνηση να εργαστεί για την εξεύρεση μιας λύσης που θα διασφαλίζει την ασφαλή και οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση χωρίς να θέτει σε διακινδύνευση τα όσα με τόσες θυσίες κατακτήθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Από τον πρόεδρο του Κινήματος εκφράστηκε η ελπίδα ότι η κυβέρνηση θα διαπραγματευτεί με σκληρό, αλλά εποικοδομητικό τρόπο και να καταλήξει στην οποιαδήποτε συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι σήμερα οι συνθήκες είναι κατά πολύ καλύτερες από εκείνες του 2010. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση για την πορεία των διαπραγματεύσεων. Πιστεύετε πως μπορεί να «τεντώσει» κι άλλο το σχοινί η ελληνική κυβέρνηση;

Η Ευρώπη στη μακρόχρονη πορεία της πέτυχε να κάνει βήματα προόδου μέσα από διαδικασίες που ενσωμάτωναν τις εθνικές επιδιώξεις αλλά κάθε φορά αναζητούνταν οι αναγκαίοι συμβιβασμοί που ήταν επωφελείς για τις χώρες. Η τυφλή σύγκρουση δεν μπορεί να οδηγήσει σε λύση. Αντίθετα εκ- θέτει τη χώρα σε τεράστιους κινδύνους. Αυτή η προσέγγιση είναι μακριά από τη λογική των ευρωπαϊκών διαδικασιών και αν αποτελεί την πυξίδα της κυβέρνησης θα οδηγήσει σε αποτυχία των συζητήσεων με αρνητικές συνέπειες για τη χώρα.

Ποια είναι η προσέγγισή σας επί των προγραμματικών δηλώσεων του κ. Τσίπρα;

Οι προγραμματικές δηλώσεις υπηρέτησαν περισσότερο εσωτερικές προτεραιότητες και λιγότερο τις πραγματικές ανάγκες της χώρας στις συζητήσεις με τους εταίρους. Όμως οι εκλογές έγιναν. Τώρα είναι η ώρα των αποφάσεων.

Ελπίζουμε στις συναντήσεις που θα γίνουν αύριο και μεθαύριο η Κυβέρνηση να καταθέσει προτάσεις που θα αποτελέσουν αφετηρία για την εξεύρεση μιας οριστικής και ασφαλούς λύσης για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Αυτές τις προτάσεις θα έχουμε την υποχρέωση να τις στηρίξουμε και θα τις στηρίξουμε για το καλό της χώρας.

Αν η κυβέρνηση δεν ανταποκριθεί στην υποχρέωση να βρει σύντομα μια αμοιβαία επωφελή λύση, καθώς ο χρόνος τρέχει και τα περιθώρια στενεύουν, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθούν όλα όσα με τόσο κόπο και θυσίες πετύχαμε. Και αυτό θα οδηγήσει σε μεγάλες περιπέτειες τη χώρα και σε μεγαλύτερες απώλειες για τους πολίτες που σήμερα ήδη δυσκολεύονται.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη Εκπροσώπου Τύπου του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ Στον Ρ/Σ Real FM και στη δημοσιογράφο Κάτια Μακρή

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θέλω κατά αρχήν να ξεκινήσω, γιατί ήσασταν και ΥΠΟΙΚ στην κυβέρνηση Παπανδρέου, και θέλω να ξεκινήσουμε κατ’ αρχήν απ’ αυτή την απόφαση Ντράγκι. Τι περιμένετε εσείς και τι σημαίνει αυτό;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοήσουν αυτοί που μας ακούνε ότι η ΕΚΤ αναλαμβάνει να κάνει κάτι που δεν δέχονται να κάνουν οι εθνικές κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης. Ούσα αντιμέτωπη η Ευρώπη με στασιμότητα, δηλαδή να κινδυνεύει να γίνει σαν την Ιαπωνία και τα επόμενα δέκα χρόνια να μην έχει ανάπτυξη – και όταν δεν έχεις ανάπτυξη ούτε θέσεις εργασίας μπορείς να δημιουργήσεις, ούτε να χτυπήσεις την φτώχεια – παίρνει δραστικές πρωτοβουλίες και προχωράει σ’ αυτό που λέμε ποσοτική χαλάρωση. Δηλαδή θέλει να ρίξει ρευστότητα στην αγορά, προκειμένου να πάρουν μπρος οι οικονομίες της Ευρώπης.

Όμως, για να μπορέσουν οι χώρες να επωφεληθούν απ’ αυτή την πρωτοβουλία που παίρνει η ΕΚΤ, βάζει ορισμένες προϋποθέσεις. Μια από τις προϋποθέσεις, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά χώρες όπως η Ελλάδα, είναι να υλοποιούν ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που θα επιτρέψει στις οικονομίες να αξιοποιήσουν την πολιτική της ΕΚΤ, να πάρουν μπρος για να μπορέσουν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Και το μεγάλο λοιπόν δίλημμα κι ερώτημα για την επομένη των εκλογών είναι, εάν η κυβέρνηση η οποία θα συγκροτηθεί, θα έχει τη δυνατότητα να καθίσει στο τραπέζι των συζητήσεων με τους Ευρωπαίους να παρουσιάσει, όπως προτείνει το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, ένα ελληνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων. Ένα σχέδιο που θα τυγχάνει ευρύτερης πολιτικής υποστήριξης, που θα το έχουν αποδεχτεί οι Έλληνες ως τη δική τους πρόταση, ώστε σε ό,τι αφορά μεν την ΕΚΤ να επωφεληθούμε απ’ αυτό πρόγραμμα χαλάρωσης ποσοτικής, σε ό,τι δε αφορά τους Ευρωπαίους να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε θετικές αποφάσεις για το χρέος.

Διότι δυστυχώς ένα καθήκον είχε η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, να βγάλει τη χώρα από το πρόγραμμα με ασφάλεια και οριστικά, αλλά απέτυχε. Απέτυχε σ’ αυτό που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ναι, βεβαίως, εκεί ξέρετε πήγαινε οι μνημονιακές προβλέψεις και ότι συμφωνούσαν το έκαναν την επόμενη μέρα με όποιο κόστος είχε αυτό. Στην Ελλάδα και το εσωτερικό της ήταν αρκετά δύσκολο να συμβεί αυτό.

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Ναι, γιατί από την πρώτη στιγμή, από το 2010, η ΝΔ τήρησε μια αντιμνημονιακή στάση και υπόσχονταν στον κόσμο ότι έχει λύσεις εναλλακτικές. Αν υπήρχε συναίνεση και αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων από το 2010, ούτε το πολιτικό, ούτε το κοινωνικό, ούτε το οικονομικό κόστος θα ήταν τόσο όσο αποδείχτηκε εκ των υστέρων.

Παρά το γεγονός ότι πέρασαν πέντε χρόνια, παρά το γεγονός ότι η ανεργία ανέβηκε στο 1,3 εκ. και χάσαμε περίπου ένα στα πέντε ή ένα στα τέσσερα ευρώ που παράγει η ελληνική οικονομία, ακόμη και σήμερα που συζητούμε εξακολουθούν κάποιοι να σκέφτονται με όρους παροχών.

Ακούω τον κύριο Σαμαρά να κάνει συνέχεια φορολογικές παροχές. Αλήθεια το Υπουργείο Οικονομικών θα τιμολογήσει αυτές τις παροχές που κάνει η ΝΔ τώρα κατ’ αντιστοιχία με τις τιμολογήσεις που έκανε στο πρόγραμμα παροχών του ΣΥΡΙΖΑ; Διότι και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ συναγωνίζονται ποιος θα κάνει τις περισσότερες παροχές παραμονές των εκλογών. Αλλά δεν μας λένε από πού θα βρουν τα χρήματα αυτά, όταν ξέρουμε πόσο δύσκολες είναι οι συνθήκες και δεν μπορούμε να βγούμε στις αγορές.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να σας ρωτήσω κάτι. Λέτε για τη ΝΔ και τις παροχές και σωστά το επισημαίνετε. Από την άλλη θέλω να σας ρωτήσω, επικαλούμενος και την ιδιότητα του οικονομολόγου και του ΥΠΟΙΚ που έχετε, θέλω να μου πείτε και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ πόσο υπαρκτό θεωρείτε το ενδεχόμενο να το δεχτούν οι ευρωπαίοι και να γίνει μια συζήτηση σε βάθος πια;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Οι Ευρωπαίοι έχουν πει τι είναι διατεθειμένοι να δεχτούν και τι δεν είναι διατεθειμένοι να δεχτούν. Η δική μου η άποψη είναι ότι αν η Ελλάδα πρέπει να προσέλθει στο τραπέζι των συζητήσεων με μια συγκροτημένη πρόταση, η οποία θα περιλαμβάνει μέσα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για τον τρόπο με τον οποίο θα αλλάξει η λειτουργία του ελληνικού κράτους, για αλλαγές που αφορούν στο τρόπο λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας. Έτσι η Ελλάδα δεν θα χρειάζεται πλέον στήριξη από τους Ευρωπαίους, αλλά θα μπορεί πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στις δικές της δυνάμεις. Αλλιώς δεν πρόκειται η ΕΕ να κάνει την παραμικρή υποχώρηση, δεν πρόκειται να προσέλθει στο τραπέζι των συζητήσεων.

Γι αυτό θεωρώ ότι είναι υποχρέωση της κυβέρνησης που θα συγκροτηθεί την επομένη των εκλογών, να προχωρήσει στην εκπόνηση ενός ελληνικού σχεδίου και θα περιγράφει αυτό το σχέδιο.

Πρώτον, ποιες αλλαγές θέλουμε στο Κράτος; Πολύ συγκεκριμένες αλλαγές για να ενισχύσουμε την αποτελεσματικότητα στην λειτουργία του. Δεύτερον, ποιες αλλαγές θέλουμε στην οικονομία; Γιατί αν δεν έχουμε μια οικονομία που να είναι ανταγωνιστική και εξωστρεφής, αλήθεια πώς θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας; Καταργώντας τους 400 νόμους; Δηλαδή, αν καταργήσουμε τους 400 νόμους, αυτόματα τα ελληνικά προϊόντα θα έχουν ζήτηση στο εξωτερικό, θα αρχίσουν δηλαδή οι ξένοι να ζητούν ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες; Και όταν λέμε ότι θα καταργήσουμε τους 400 νόμους, θα καταργήσουμε την Διαύγεια, που ουσιαστικά επιτρέπει στον πολίτη να ξέρει που πηγαίνουν τα χρήματα, τον Καλλικράτη, θα επαναφέρουμε τις ανισότητες που υπήρχαν στο ασφαλιστικό σύστημα και που καταργήθηκαν με την μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό;

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Σαχινίδη, να ρωτήσω κάτι; Αφού τα επισημαίνετε όλα αυτά, πώς είστε πρόθυμοι να συνεργαστείτε με τον ΣΥΡΙΖΑ αν και εφόσον βεβαίως μπείτε στην Βουλή;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Δεν είμαστε εύκολοι στις συνεργασίες με τον τρόπο που το παρουσιάζετε στην ερώτηση σας. Έχουμε βάλει συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις και έχουμε πει ότι, ναι, σε όποιον θέλει να διασφαλίσει την συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη, ναι, σε όποιο θέλει να δουλέψουμε πάνω σ’ ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων έναντι του οποίου θα εξασφαλίσουμε θετικές αποφάσεις από την ευρωζώνη.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ναι αλλά ξέρετε και να μπείτε στην Βουλή, γιατί θα σας ρωτήσω γι αυτό που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, και να μπείτε στην Βουλή, το ποσοστό σας, υποθέτω, θα είναι αρκετά ισχνό, κοινοβουλευτικό, αλλά ισχνό, ο ΣΥΡΙΖΑ το ποσοστό του θα είναι πάρα πολύ μεγάλο,

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Ακριβώς αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ναι, αλλά δεν μπορεί ένα κόμμα αρκετά μικρότερο να λέει στον πρώτο, που θα έχει ένα ξεκάθαρο προβάδισμα, έλα, αλλά με τη δική μου ατζέντα. Δεν είναι παράλογο;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Θα μου επιτρέψτε να σας πω, ότι το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, όποιο και αν είναι αυτό, δεν θα είναι τέτοιο που θα του επιτρέψει να κάνει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση από θέση ισχύος, εάν δεν έχει εξασφαλίσει ευρύτερες συναινέσεις, με περισσότερο από ένα κόμματα.

Και σας το λέω αυτό, έχοντας την εμπειρία του 2009. Τότε που εμείς είχαμε το 44% και παρ’ όλα αυτά επειδή στο εσωτερικό δεν είχαμε ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις, η διαπραγματευτική μας θέση ήταν αδύναμη. Διότι αυτό που έβλεπε η Ευρώπη είναι ότι το βάρος της ανάληψης των πρωτοβουλιών για αλλαγές στο τρόπο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας το είχε αναλάβει μόνο ένα κόμμα και όλα τα υπόλοιπα κόμματα ήταν απέναντι.

Επομένως, η δική μας θέση δεν ξεκινάει από την δική σας εκτίμηση ότι εμείς θα είμαστε ένα μικρό κόμμα. Πιστεύω ότι έχουμε την δυνατότητα να έχουμε μια πάρα πολύ καλή επίδοση, πολύ μακριά απ’ αυτή που καταγράφουν οι δημοσκοπικές επιδόσεις.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Και αυτό ήταν το τελευταίο ερώτημα. Βλέπω και σήμερα σε έρευνα της Rass το ποσοστό του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών να είναι στο 2,2% , ενώ και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες δείχνουν να μπαίνουν στην Βουλή. Θεωρείτε ότι θα το ανετρέψετε αυτό την Κυραική στην κάλπη;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Η καλύτερη δημοσκόπηση είναι αυτή που πραγματοποιούμε εμείς στις καθημερινές μας επαφές με τους πολίτες, οι οποίοι νιώθουν ότι η δημιουργία του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ τους έδωσε φωνή, τους έδωσε έκφραση. Και γι αυτό είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι όχι μόνο θα μπούμε μέσα στην Βουλή, αλλά ότι θα κάνουμε την έκπληξη και θα είμαστε εκείνη η επίδοση που θα συζητηθεί το βράδυ των εκλογών.

Πολύς κόσμος κρατά πολύ διαφορετική στάση απ’ αυτή που καταγράφαμε στις προηγούμενες προεκλογικές περιόδους. Δεν τοποθετούνται. Βλέπουμε όμως από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται στο κάλεσμα μας πια, ότι είναι αποφασισμένοι να μας δώσουν φωνή και έκφραση και να συμμετάσχουμε στην επόμενη Βουλή.

Γι αυτό λέω ότι το βράδυ των εκλογών το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών θα είναι η μεγάλη έκπληξη.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εγώ το ακούω αυτό που λέτε, θα ρωτήσω όμως και το αντίστροφο: Αν τελικά δεν επιβεβαιωθεί η δική σας εκτίμηση ότι θα είστε η μεγάλη έκπληξη, υπάρχει περίπτωση επανόδου σας στο ΠΑΣΟΚ την επόμενη μέρα, ή μιας συζήτησης για μια αλλαγή και των δύο κομμάτων, ή θα μείνετε αυτόνομοι;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Εμείς είπαμε ότι ξεκινούμε μια προσπάθεια, για να κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα. Και δεν πρόκεται να υποχωρήσουμε, ό,τι και αν γίνει και σας διαβεβαιώνω. Όχι εγώ, αλλά οι εκατοντάδες χιλιάδες των πολιτών που αποστασιοποιήθηκαν από τον χώρο τον πολιτικό που τους εξέφραζε για πολλά χρόνια, που δεν είναι διατεθειμένοι έστω και κατ’ ελάχιστο να αφήσουν το ενδεχόμενο να μην εκπροσωπηθεί το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών στην επόμενη Βουλή.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Λοιπόν, Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, καλή προσωπική επιτυχία

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Και γω σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε τη δυνατότητα να παρουσιάσω τις θέσεις του Κινήματος

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Υποψήφιος στη Λάρισα με το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών ο κύριος Φίλιππος Σαχινίδης

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Καλό μεσημέρι.

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Καλό σας μεσημέρι.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη Εκπροσώπου Τύπου του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ Στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων Και στο δημοσιογράφο Βασίλη Μούρτη

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το τελευταίο διάστημα ακούγονται ευρωπαϊκές φωνές (ακόμα και το γερμανικό κοινοβούλιο), που αποδέχονται την ιδέα της διαπραγμάτευσης με μια νέα ελληνική κυβέρνηση, κάτι που απέρριπταν μέχρι πρόσφατα. Δύο θέματα: α. Εσείς διαπραγματευτήκατε, ως κυβέρνηση, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα όπλα το 2010; β. Η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, την οποία στηρίξατε, χειρίστηκε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό που παρέλαβε; Πέτυχε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Το 2010, η χώρα θα είχε πολύ απλά χρεοκοπήσει, αν δεν είχε προηγηθεί η πολύμηνη και ιδιαίτερα σκληρή διαπραγμάτευση που έκανε η κυβέρνηση Παπανδρέου, για να πετύχει την οικονομική στήριξη των Ευρωπαίων εταίρων μας. Μαραθώνιο διαπραγμάτευσης κάναμε, για να μην χρεοκοπήσουμε. Αυτό που θεωρούμε σήμερα ως δεδομένο, ένα πρόγραμμα στήριξης με δεκάδες δισεκατομμύρια από την Ευρώπη, τότε δεν υπήρχε καν ως ενδεχόμενο. Στην αρχή μας έλεγαν ότι το απαγορεύει η Συνθήκη της ΕΕ.

Το 2011, η κυβέρνηση Παπανδρέου πέτυχε το 2ο πρόγραμμα στήριξης και τη διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Συνολικά, εξασφάλισε τα δύο μεγαλύτερα δάνεια και το μεγαλύτερο κούρεμα χρέους που έγιναν ποτέ στην παγκόσμια ιστορία, εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Λέτε όλα αυτά να έγιναν χωρίς διαπραγμάτευση; Η διαπραγμάτευση ήταν σκληρή και συνεχής. Σε κάθε περίπτωση, επειδή η χώρα έχει γεμίσει «προπονητές της εξέδρας», καλό θα ήταν να μας έλεγαν τι έχουν διαπραγματευθεί και πετύχει όσοι λένε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν διαπραγματεύθηκε.

Τα δύο τελευταία χρόνια, βάλαμε για άλλη μια φορά τη χώρα πάνω από όλα και παρείχαμε στήριξη στην απερχόμενη κυβέρνηση με την ελπίδα ότι θα εξασφάλιζε το μείζον: την ομαλή έξοδο από το πρόγραμμα στήριξης. Απέτυχε παταγωδώς και εξέθεσε τη χώρα στον κίνδυνο του Grexit γι άλλη μια φορά, όπως και το 2012. Αν και ήταν γνωστό εδώ και δύο χρόνια ότι το πρόγραμμα στήριξης έληγε, αντί για έγκαιρη και σοβαρή προετοιμασία, συναγωνίστηκε το τελευταίο διάστημα το ΣΥΡΙΖΑ σε λαϊκισμό για το ποιος θα σκίσει πιο γρήγορα το μνημόνιο. Όχι μόνο έβαλε σε δεύτερη μοίρα τις αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, αλλά είδαμε και πολλά φαινόμενα πισωγυρίσματος, αντιμεταρρυθμίσεων και επαναφοράς πελατειακών πρακτικών.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Την προηγούμενη εβδομάδα ο κ. Ρέγκλινγκ, ο επικεφαλής του ESM, δήλωσε ότι θα μπορούσε να γίνει μια συζήτηση για το ελληνικό χρέος, την οποία απέρριπτε, δηλώνοντας ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο και δεν χρειάζεται κούρεμα. Την ίδια επιχειρηματολογία επικαλούνταν και η κυβέρνηση και ιδιαιτέρως ο πρόεδρος του κόμματος, στο οποίο ήσασταν μέχρι πρόσφατα. Τελικά, το χρέος είναι βιώσιμο ή όχι; Μπορεί να υπάρξει διαπραγμάτευση; Είναι ζήτημα διαπραγμάτευσης μεταξύ πολιτικών ή μεταξύ λογιστών; Και ποιός πρέπει να έχει το πάνω χέρι σε αυτή την περίπτωση;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Είμαστε πια σε θέση να εξυπηρετήσουμε το χρέος μας και στην πράξη το εξυπηρετούμε. Σε αυτό συνέβαλαν οι τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού με τις οποίες επιτεύχθηκε πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά και οι αποφάσεις που πέτυχε η κυβέρνηση Παπανδρέου για την απομείωση του χρέους και τους ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης με χαμηλά επιτόκια και μεγάλες περιόδους αποπληρωμής.

 Ωστόσο, το χρέος συνεχίζει να αποτελεί μεγάλο βάρος στις πλάτες των Ελλήνων. Οι προοπτικές ανάκαμψης της Ελλάδας, αλλά και οι κοινωνικές συνθήκες θα είναι διαφορετικές αν το βάρος του χρέους μειωθεί και άλλο. Και είναι εφικτό να πετύχουμε την περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους, με σοβαρή και αξιόπιστη διαπραγμάτευση.

Αλλά όποιος νομίζει ότι αρκεί να πει «σκίζω τα μνημόνια», κάνει μεγάλο λάθος. Χρειάζεται σοβαρότητα και σύνεση. Πάνω απ’ όλα χρειάζεται αξιοπιστία, χρειάζεται να πείσουμε ότι η περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους θα πιάσει τόπο, ότι η χώρα δεν θα ξανακυλήσει στις προ του 2009 παθογένειες που μας έφεραν εδώ.

Εμείς προτείνουμε δικό μας «Εθνικό Σχέδιο» μεγάλων αλλαγών και προοδευτικών μεταρρυθμίσεων που εγγυώνται την ουσιαστική αλλαγή της χώρας μας, την απαλλαγή από τις παθογένειες που όλοι γνωρίζουμε και ταλανίζουν τη χώρα εδώ και δεκαετίες. Αυτό το Σχέδιο το χρειαζόμαστε ούτως ή άλλως, γιατί πρέπει εμείς να αλλάξουμε συθέμελα τη χώρα μας, αλλιώς θα είμαστε πάλι ο αδύναμος κρίκος της επόμενης διεθνούς κρίσης.

Αυτό το Σχέδιο μπορεί παράλληλα να είναι το μεγάλο μας διαπραγματευτικό μας όπλο με τους εταίρους μας.

Και αυτή είναι η πρόταση του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ μας για την επόμενη ημέρα. Συνεργασία και συναίνεση σε ένα Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων, που θα αποτελέσει τη βάση της συζήτησης με τους Ευρωπαίους, ώστε να ληφθούν θετικές αποφάσεις για το χρέος και να διασφαλιστεί η ομαλή και οριστική έξοδος από το Πρόγραμμα.

Είναι εφικτό να το πετύχουμε. Έτσι θα ανοίξουμε μια νέα σελίδα για τη χώρα μετά την περιπέτεια των τελευταίων ετών.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μέχρι την προκήρυξη των εκλογών στηρίζατε την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Τώρα έχετε ενταχθεί σε ένα νέο κόμμα. Γιατί δεν παραμείνατε στο ΠΑΣΟΚ, αφού δεν είχατε εκφράσει καμία διαφωνία επί της ακολουθούμενης πολιτικής;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Πολλοί, μεταξύ των οποίων και εγώ, εκφράσαμε επιφυλάξεις, ενστάσεις και διαφωνίες στις λιγοστές συνεδριάσεις των οργάνων του κόμματος. Αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις μου εξέφραζαν πάντα έναν διαφορετικό προβληματισμό. Ωστόσο, σε αντίθεση με ό,τι έκαναν άλλοι προηγουμένως, ποτέ δεν συμπεριφερθήκαμε με τρόπο που να απειλείται κυβερνητική κρίση σε μια δύσκολη συγκυρία για τη χώρα.

Θυμίζω επίσης ότι όταν πρόσφατα ο Γ. Παπανδρέου διατύπωσε δημόσια συγκεκριμένες προτάσεις -τις οποίες και πολλοί στηρίξαμε- για την αναγέννηση της παράταξης και την πορεία της χώρας, αυτές αγνοήθηκαν και χαρακτηρίστηκαν «εξωτερικό θέμα».

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αν γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, τι από όσα ψηφίσατε, από το 2012 μέχρι το κλείσιμο της Βουλής, δεν θα ψηφίζατε σήμερα;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Ο συμβιβασμός με πολιτικές και πρακτικές που δεν σε εκφράζουν απόλυτα είναι αναπόφευκτος σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, είναι δομικό στοιχείο κάθε συνεργασίας. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι η συνεργασία αυτή ήταν ετεροβαρής. Ανεχθήκαμε, χωρίς επαρκή αντίσταση, αυταρχικές και λαϊκίστικες πρακτικές -σας θυμίζω το περίφημο «με εντολή Σαμαρά»-, ακροδεξιά φαινόμενα, πελατειακές πρακτικές, όπως το σύστημα «4-2-1», που αποδομούσαν την προσπάθεια μεγάλων αλλαγών των προηγούμενων ετών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα με τα οποία διαφώνησα δημοσίως ήταν η απομάκρυνση του ΓΓ Εσόδων κ. Θεοχάρη και η τοποθέτηση του τελευταίου υπουργού Οικονομικών της ΝΔ στην προεδρία των ΕΛΠΕ.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Συνταχθήκατε με τον κ. Παπανδρέου στο νέο του ξεΚΙΝΗΜΑ. Τι πιστεύετε ότι μπορεί να προσφέρει σήμερα ο πρώην πρωθυπουργός; Αυτό που πρεσβεύει, πιστεύετε ότι έχει κάποια σχέση με τα σημερινά αιτήματα της κοινωνίας ή αναζητείται μια δικαίωση για το παρελθόν, όπου, ίσως, ο κ. Παπανδρέου αδικήθηκε;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Τα τελευταία χρόνια, η δημόσια συζήτηση και ο πολιτικός διάλογος δηλητηριάστηκαν όσο ποτέ άλλοτε από τον λαϊκισμό, την υποκρισία και τη συνωμοσιολογία. Επικράτησε τελικά τεχνητή πόλωση γύρω από ένα εξίσου τεχνητό δίλημμα: υπέρ ή κατά του Μνημονίου. Ο δεξιός και αριστερός λαϊκισμός, για δικούς τους λόγους ο καθένας, εμφάνισαν το Μνημόνιο ως την απαρχή όλων των προβλημάτων και όχι ως αποτέλεσμα των όσων προηγήθηκαν, όπως είναι η πραγματικότητα. Πρώτος ο κ. Σαμαράς έσυρε επί δύο χρόνια το χορό του αντιμνημονιακού λαϊκισμού, ταυτιζόμενος σε μεγάλο βαθμό με το ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίον έβγαλε από το περιθώριο του πολιτικού χάρτη και του πρόσφερε πρόσβαση σε ένα ευρύτερο ακροατήριο.

Ωστόσο, πίσω από το δίπολο «μνημόνιο/αντιμνημόνιο», υπάρχουν και τα πραγματικά προβλήματα, οι χρόνιες παθογένειες που έκαναν τη χώρα μας αδύναμο κρίκο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό το ξέρουν καλά οι Έλληνες πολίτες, ξέρουν καλά ότι υπάρχουν κακώς κείμενα που οφείλουμε να διορθώσουμε, παθογένειες που μας πληγώνουν, που κάνουν τη χώρα μας να υστερεί στην οικονομία, στην αποτελεσματικότητα του κράτους, στη δικαιοσύνη, στην παιδεία και την υγεία, στην προοπτική ανάπτυξης και ευημερίας που προσφέρει στους νέους.

Εμείς είμαστε η διαφορετική πολιτική δύναμη που λέει στους πολίτες να δούμε πιο πέρα από το Μνημόνιο που ούτως ή άλλως λήγει. Να παλέψουμε να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα για να κτίσουμε μια Ελλάδα Αξιών, Δημιουργίας και Αλληλεγγύης, την Μεταπελατειακή Ελλάδα. Γιατί η χώρα χρειάζεται κόμματα και ηγεσίες που βάζουν τη χώρα και τους πολίτες πάνω από το κομματικό και προσωπικό συμφέρον.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Μετείχατε σε μια κρίσιμη φάση του βίου της κυβέρνησης Παπανδρέου, ήσασταν παρών στις Κάννες, τι συνέβη εκεί; Έχει γραφεί σε ξένα μέσα ότι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αρχικά είχε συμφωνήσει με τον πρωθυπουργό, αλλά στη συνέχεια, ύστερα από επικοινωνία που είχε με τον Μ. Μπαρόζο, άλλαξε θέση, στράφηκε κατά του δημοψηφίσματος, «αδειάζοντας” τον κ. Παπανδρέου. Έτσι έγιναν τα πράγματα;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Δεν γνωρίζω αν και τι ειπώθηκε στις Κάννες, μεταξύ του κ. Μπαρόζο και του κ. Βενιζέλου. Δεν θέλω να κάνω εικασίες και για αυτό θα περιοριστώ στα γεγονότα. Γεγονός είναι ότι ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης είχε αρχικά στηρίξει δημόσια την πρόταση διενέργειας δημοψηφίσματος και στη συνέχεια άλλαξε άποψη. Στις Κάννες, έγινε μια δύσκολη συζήτηση, αλλά φύγαμε από εκεί με δεδομένο ότι θα γινόταν το δημοψήφισμα, προκειμένου να εκφραστεί ο ελληνικός λαός γνήσια και δημοκρατικά για το αν αποδέχεται τη συμφωνία για το κούρεμα του χρέους και το 2ο πρόγραμμα στήριξης. Όπως ξέρουμε, το δημοψήφισμα δεν έγινε, διότι ορισμένοι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ απέσυραν τη στήριξή τους από την κυβέρνηση. Η συνέχεια είναι γνωστή.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποια είναι η προσωπική σας θέση; Έπρεπε να γίνει το δημοψήφισμα ή καλώς αποτράπηκε;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Αν το δημοψήφισμα είχε γίνει, θα είχαμε γλιτώσει πολύτιμο χρόνο που χάσαμε ως χώρα σε άσκοπες κομματικές διαμάχες, διαδοχικές αλλαγές κυβερνήσεων, σε λαϊκίστικες κοκορομαχίες. Για να γίνει τι τελικά; Μια στροφή 180 μοιρών από όσους πετροβολούσαν την εθνική προσπάθεια της κυβέρνησης Παπανδρέου. Αν είχε γίνει το δημοψήφισμα, θα είχαμε βγει νωρίτερα από την ύφεση, το κοινωνικό κόστος θα ήταν μικρότερο, αυτή είναι η πικρή αλήθεια.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Διαχειριστήκατε για ένα διάστημα, στην κυβέρνηση Παπαδήμου, την ελληνική οικονομία. Είναι αλήθεια ότι φθάσαμε και πάλι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και σε ποιόν ανήκει η ευθύνη, αν πράγματι η χώρα έφθασε σε αυτό το σημείο;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Η χώρα μας κινδύνεψε πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Καταρχήν διότι στην αφετηρία υπήρχε το αστρονομικό έλλειμμα των 36 δισ. ευρώ ετησίως που άφησε πίσω της η κυβέρνηση της ΝΔ. Αποσταθεροποιητικά λειτούργησαν επίσης η έλλειψη συναίνεσης και οι προσωπικές στρατηγικές πολιτικών που δεν δίστασαν την ώρα της κρίσης να τάξουν λαγούς με πετραχήλια, προκειμένου να αναρριχηθούν στην εξουσία, όπως έκανε ο κ. Σαμαράς στο περίφημο Ζάππειο με τα 18 δις ισοδύναμα μέτρα, που μετεκλογικά αποδείχθηκαν ανύπαρκτα. Η έμμονή στις διπλές εκλογές του 2012, έφερε και πάλι τη χώρα σε πολύ δύσκολη θέση. Τώρα, έχουμε νέα Ζάππεια, το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ για την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Σήμερα, βρισκόμαστε πάλι σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Τα λεγόμενα spreads των Ελληνικών ομολόγων είναι σήμερα σε υψηλότερα επίπεδα από τότε που προσφύγαμε στον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και είμαστε και πάλι αποκλεισμένοι ουσιαστικά από τις αγορές. Αυτό είναι το κοινό κατόρθωμα κυβέρνησης και αντιπολίτευσης που το τελευταίο διάστημα έσκιζαν μαζί -στα λόγια- τα μνημόνια, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την επόμενη μέρα. Αν και η χώρα μας διατρέχει σήμερα μικρότερο κίνδυνο από το 2010, καθώς οι δανειακές ανάγκες έχουν μειωθεί και έχουμε πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα, αυτό δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι έχουν εκλείψει. Χρειάζεται σοβαρότητα, προσεκτικούς χειρισμούς και διαπραγμάτευση με σοβαρότητα και αξιοπιστία.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποια είναι η δική σας θέση; Ο κ. Παπανδρέου «έπεσε» λόγω των αποφάσεών του, ή τον «έριξαν” και μάλιστα με τη συνεργασία βουλευτών του ΠΑΣΟΚ;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Δεν θέλω να κάνω ερμηνείες, τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Ενώ γυρίσαμε από τις Κάννες έχοντας πετύχει να αποδεχθούν οι εταίροι μας, με τις όποιες επιφυλάξεις και αντιρρήσεις τους, την πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος, μικρή μερίδα βουλευτών του ΠΑΣΟΚ απέσυρε τη στήριξή της από αυτή την πρωτοβουλία.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποιος είναι ο εκλογικός σας στόχος και τι θα γίνει αν μείνετε εκτός Βουλής;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Καταρχήν, είμαι βέβαιος ότι θα μπούμε στη Βουλή, το βλέπουμε στον ενθουσιασμό και στην ελπίδα που γέννησε η πρωτοβουλία μας στους ανθρώπους που συναντούμε κάθε μέρα. Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε κόμμα 15 ημερών και την Κυριακή των εκλογών θα είμαστε 3 εβδομάδων. Αν και το εγχείρημα είναι πρωτόγνωρο για τα πολιτικά δεδομένα της χώρας, η φιλοδοξία μας δεν εξαντλείται απλώς στην παρουσία μας στην επόμενη Βουλή. Θέλουμε να φτάσουμε όσο γίνεται πιο ψηλά, ει δυνατόν και στην 3η θέση, διότι η απώτερη φιλοδοξία μας είναι να ξανακτίσουμε σε γερά θεμέλια τη μεγάλη παράταξη των δημοκρατών και προοδευτικών πολιτών που εμπνέονται από την πολιτική παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας, του πολιτικού φιλελευθερισμού, της μεταρρυθμιστικής αριστεράς και των κινημάτων της οικολογίας. Το εγχείρημά μας είναι μακράς πνοής.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αν μπείτε στη Βουλή, θα σας είναι πιο εύκολο να συνεργαστείτε με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με τη ΝΔ;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Όπως σας είπα, θα μπούμε στη Βουλή, αλλά για εμάς η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν μας ενδιαφέρει μια κυβέρνηση μοιρασιάς της εξουσίας. Πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες αρχές και συμφωνημένοι στόχοι.

Την επομένη των εκλογών, η πρότασή μας προς τα άλλα κόμματα θα είναι να συγκροτήσουμε ένα δικό μας Εθνικό Σχέδιο μεγάλων προοδευτικών αλλαγών που αντιμετωπίζουν τις χρόνιες παθογένειες της χώρας: την αδιαφάνεια, το στρεβλό παραγωγικό πρότυπο, τον παρασιτισμό, την αναξιοκρατία, τις πελατειακές πρακτικές, την έλλειψη δικαιοσύνης, τη διαφθορά, τη φοροδιαφυγή, το αναιμικό κράτος πρόνοιας. Αυτό το Εθνικό Σχέδιο θα είναι το διαπραγματευτικό μας όπλο για μια Μεγάλη Συμφωνία με τους εταίρους μας στην ΕΕ για την ελάφρυνση του χρέους και την ασφαλή έξοδο από το πρόγραμμα στήριξης. Και υποστηρίζουμε ότι όποια συμφωνία επιτευχθεί, θα πρέπει να τεθεί στην κρίση του Ελληνικού Λαού μέσω δημοψηφίσματος, έτσι ώστε να αποτελεί κτήμα και δέσμευση των ίδιων των πολιτών και να πάψει ο λαϊκισμός των κομμάτων που προσποιούνται ότι εκπροσωπούν γνήσια τη λαϊκή βούληση. Να ρωτήσουμε δημοκρατικά τους ίδιους τους πολίτες, να ενδυναμώσουμε τη φωνή τους.

Ως προς το ποια κόμματα αποδέχονται αυτό το πλαίσιο συνεργασίας, θα πρέπει να ρωτήσετε τα ίδια.

Η υποψήφια βουλευτής Β’ Αθηνών με το ΠΟΤΑΜΙ, Αντιγόνη Λυμπεράκη, και ο υποψήφιος βουλευτής Λάρισας, του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, Φίλιππος Σαχινίδης, βρέθηκαν αντιμέτωποι σε ένα από τα προεκλογικά debate που διοργανώνει η ελληνική υπηρεσία του euronews.

Οι δύο υποψήφιοι βουλευτές μοιράστηκαν την εμπειρία τους με το εκλογικό σώμα κατά τη διάρκεια της βραχείας προεκλογικής περιόδου.

Είπαν ότι οι ψηφοφόροι είναι φοβισμένο, αγανακτισμένοι και θυμωμένοι, λόγω των δυσκολιών που προκαλεί η λιτότητα στην Ελλάδα.

Σημείωσαν ωστόσο ότι υπάρχει ελπίδα πως από τις εκλογές θα προκύψουν συνεργασίες ώστε να σχηματιστεί σταθερή κυβέρνηση.

Ο κ. Σαχινίδης υπογράμμισε πάντως ότι η προϋπόθεση που θέτει το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι να διεξαχθεί δημοψήφισμα μετά την διαπραγμάτευση που θα γίνει μετεκλογικά με τους δανειστές της Ελλάδας. Η κα Λυμπεράκη ωστόσο διαφώνησε με την αναγκαιότητα διεξαγωγής ενός τέτοιου δημοψηφίσματος.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ Λάρισας και Εκπροσώπου Τύπου του Κινήματος, στο tvxs.gr

Ένα Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων για ελάφρυνση του χρέους

Η συζήτηση που διεξάγεται για το δημόσιο χρέος, πρέπει να ξεκινά από διαπιστώσεις, για να μπορούμε να αξιολογήσουμε τις προτάσεις πολιτικής που κατατίθενται.

1) Σήμερα, το χρέος βρίσκεται στα 318 δισ. δηλαδή κοντά στο επίπεδο που ήταν το 2009, παρά το γεγονός ότι στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν τροφοδοτήθηκε από νέα ελλείμματα. Σε αυτό κομβικό ρόλο έπαιξαν το PSI και η επαναγορά μέσω των οποίων αφαιρέθηκαν από το χρέος 126 δισ.

2) Η βιβλιογραφία δεν προσφέρει καμία ασφαλή μεθοδολογία βάσει της οποίας μπορούμε να υπολογίσουμε πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο.

3) Το μεγαλύτερο όφελος από το PSI είναι ότι άλλαξε δυο σημαντικές παραμέτρους του χρέους, που λαμβάνουν υπόψη τους οι αγορές.

Η πρώτη αφορά το επιτόκιο και την περίοδο χάριτος. Έτσι σήμερα το κόστος εξυπηρέτησης ταμειακά είναι περίπου στα 6 δισ. αντί για 13,2 δισ. που ήταν το 2010.

Η δεύτερη, είναι η αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το ρίσκο αναχρηματοδότησής του μέσω της επιμήκυνσης της ληκτότητας.

4) Εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος διακατέχεται στο μεγαλύτερο μέρος του από το ESM, το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και χώρες της Ε.Ε.

5) Οποιαδήποτε μονομερής διαγραφή χρέους θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στη χώρα και θα της στερήσει την πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια. Για αυτό στη συζήτηση για το χρέος πρέπει να συμμετέχουν όλοι με αίσθημα ευθύνης, καθώς αποδέκτης των προτάσεων είναι εθνικά Κοινοβούλια άλλων χωρών.

Εδώ και δύο χρόνια, η χώρα όφειλε έγκαιρα να προετοιμαστεί για την ομαλή και ασφαλή έξοδο στις αγορές, για να καλύπτει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, με δεδομένο ότι το Πρόγραμμα τελείωνε τον Δεκέμβριο του 2014.

Η κυβέρνηση του Α. Σαμαρά απέτυχε να βγάλει με ασφάλεια τη χώρα από το πρόγραμμα. Σήμερα, η χώρα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τις ίδιες αβεβαιότητες που αντιμετώπιζε το 2012, εξαιτίας και τότε της εμμονής της ΝΔ να διεξαχθούν εκλογές.

Την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα επιτείνει το γεγονός ότι η χώρα έμεινε πίσω στις μεταρρυθμίσεις που θα ανασυγκροτούσαν τον τρόπο λειτουργίας της κράτους και της οικονομίας.

Η χώρα την επόμενη ημέρα πρέπει να παρουσιάσει ένα Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό πρόσημο, που θα ενεργοποιεί τις διαδικασίες μετασχηματισμού της οικονομίας σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή και θα προτάσσει την αντιμετώπιση της ανεργίας και των κοινωνικών ανισοτήτων.

Αυτή η πρόταση θα πρέπει να στηρίζεται από όσο το δυνατόν περισσότερα κόμματα, προκειμένου να φανεί ότι η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας συμφωνεί με την ανάγκη για την ανασυγκρότηση του κράτους και της οικονομίας.

Στις συζητήσεις, λοιπόν, με τους Ευρωπαίους, έναντι της δέσμευσης μας για την υλοποίηση του Ελληνικού Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων θα διεκδικήσουμε θετικές αποφάσεις για την ελάφρυνση από τα βάρη του χρέους. Συμφωνία που μετά από συνεννόηση με τους εταίρους, θα επικυρωθεί από τον Ελληνικό λαό με δημοψήφισμα.

Γι αυτό το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών προτείνει την πραγματοποίηση μιας διάσκεψης στην Ελλάδα με εμπειρογνώμονες από διεθνείς οργανισμούς, προκειμένου να συζητηθούν όλες οι εναλλακτικές προτάσεις για το χρέος και να προκριθούν αυτές που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες τη χώρας.

Με βάση τα προαναφερθέντα η χώρα μπορεί να θέσει στο τραπέζι των συζητήσεων τις ακόλουθες προτάσεις:

  • Την επιμήκυνση για 70 χρόνια των Ελληνικών ομολόγων που βρίσκονται στα χέρια των εταίρων μας.
  • Τον μηδενισμό του περιθωρίου στο επιτόκιο των ομολόγων.
  • Τη σταθεροποίηση των ετήσιων τόκων που πληρώνουμε σε ένα χαμηλό επίπεδο για τις επόμενες δεκαετίες.
  • Μια παράταση της περιόδου χάριτος στις αποπληρωμές των επίσημων δανείων
  • Την ανταλλαγή μέρους των ομολόγων με άλλα που θα έχουν ρήτρα ανάπτυξης και θα αποπληρώνονται όσο πάει καλύτερα η οικονομία.

Πέρα από τις αποφάσεις για την ελάφρυνση του Ελληνικού Χρέους είναι αναγκαίο να γίνει μια συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου να αξιολογηθούν και να προκριθούν προτάσεις που οδηγούν στην αμοιβαιοποίηση του χρέους μέσω πχ της κοινής έκδοσης ομολόγων ή ακόμη και της απομείωσης του χρέους.

Είναι αναγκαίο να συζητάμε για την επίλυση του προβλήματος του χρέους που συσσωρεύτηκε. Εξίσου αναγκαίο όμως είναι να προτείνουμε με βάση την αρνητική εμπειρία από το παρελθόν πως αυτό δεν θα ξανασυμβεί, χτίζοντας μια υγιή οικονομία που δεν θα συσσωρεύει χρέη σε βάρος των επόμενων γενεών.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Εκπροσώπου Τύπου του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ στο protagon.gr

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την εκδήλωση της μεγαλύτερης διεθνούς μεταπολεμικής κρίσης. Σήμερα, οι περισσότερες εκτός ευρωζώνης οικονομίες έχουν αποκαταστήσει τις απώλειες που προκάλεσε η κρίση στα εισοδήματα και την απασχόληση. Η ευρωζώνη, όμως, κινδυνεύει να βιώσει στασιμότητα και αποπληθωρισμό.

Η αδυναμία μιας συντηρητικής Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση, εξαιτίας ιδεοληψιών για τα αίτια της κρίσης, και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε ως αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία.

Από τις τέσσερις, λοιπόν, χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία έχουν βγει από αυτό, αφού υλοποίησαν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και πέτυχαν την ομαλή επιστροφή στις αγορές.

Αντίθετα, η κυβέρνηση Σαμαρά δεν κατάφερε να προετοιμάσει την ομαλή επιστροφή της χώρας στις αγορές, παρά το γεγονός, ότι από τον Οκτώβριο του 2009 πάρθηκαν μέτρα για να εξαλειφθεί το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας, που στέρησε στη χώρα την πρόσβαση στις αγορές και την οδήγησε στην προσφυγή στους θεσμικούς δανειστές.

Η εξάλειψη των οικονομικών ανισορροπιών έγινε με μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια εξαετία μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η κρίση επηρέασε βαθύτερα την Ελλάδα γιατί μετά την ένταξή της στην ΟΝΕ, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόβλημα των διογκούμενων δίδυμων ελλειμμάτων, δεν προχώρησε σε καμία διαρθρωτική αλλαγή για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά.

Όμως, και μετά την εκδήλωση της κρίσης, έλειψαν οι αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις ως προς τα αίτια του προβλήματος της χώρας και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές -υπενθυμίζω Ζάππεια ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας- ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό. Το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων θεσμικών αλλαγών είναι ακόμη μπροστά μας. Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως με την κατάργηση των προβλέψεων του Νόμου για την Παιδεία. Άλλο τυπικό παράδειγμα, ο τρόπος επιλογής διοικήσεων σε φορείς του Δημοσίου.

Η κρίση ανέδειξε ακόμη περισσότερο την ανάγκη ενίσχυσης της Δημοκρατίας, η οποία απειλείται όσο υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή και σταθερότητα. Ο ρόλος των ΜΜΕ στη διαμόρφωση απόψεων πρέπει να μας ωθήσει σε επιλογές που διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα και τον πλουραλισμό στην ενημέρωση των πολιτών.

Σήμερα, η αποδυνάμωση του παραδοσιακού δικομματισμού καθιστά αναγκαίο ένα πλαίσιο λειτουργίας κυβέρνησης και Βουλής, που θα διευκολύνει τη συγκρότηση πολυκομματικών κυβερνήσεων στη βάση προγραμματικών συμφωνιών, ακόμη και κομμάτων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και αλλαγές που αφορούν στη διάρκεια μιας Βουλής που προκύπτει ύστερα από πρόωρη διάλυση προηγούμενης, το εκλογικό σύστημα, τις εκλογικές περιφέρειες, τον τρόπο εκλογής βουλευτών, τα οικονομικά των κομμάτων κ.ά., προκειμένου η χώρα να διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διευκολύνει τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων.

Η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει, δεν μπορεί ακόμη να συνεισφέρει στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας και την εμπέδωση αίσθησης κράτους δικαίου.

Στην οικονομία, παρά τις εκτεταμένες αλλαγές στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, δεν έχει επιτευχθεί ο αναγκαίος μετασχηματισμός ώστε να γίνει πιο εξωστρεφής και πιο παραγωγική.

Η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης προχωρεί με αργούς ρυθμούς. Η αξιολόγηση των υπαλλήλων παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα, αν στη χώρα έχουν διασφαλιστεί οι αναγκαίες συναινέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που θα διασφαλίσουν ένα σταθερό, διαφανές, κοινωνικά δίκαιο και αξιόπιστο φορολογικό πλαίσιο, που θα διευκολύνει την προσέλκυση των επενδύσεων. Διότι, παρά τις πολλές βελτιώσεις, το φορολογικό πλαίσιο παραμένει προβληματικό και άδικο.

Πολλές από τις παραπάνω διαπιστώσεις τις συμμερίζονται κόμματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία. Ο πρόσφατος, όμως, τεχνητός διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», πέρα από την ανιστόρητη κατάργηση της διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, οδήγησε σε έναν διχασμό που εμποδίζει μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση για τις αναγκαίες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Η έννοια της μεταρρύθμισης σήμερα υποχωρεί μεταξύ των πολιτών και έχει πλέον μια αρνητική σημειολογία.  Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο για την εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και όχι για να διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών, οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών. Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών», κατά βάθος όμως, μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση μιας πλειοψηφικής κοινωνικής συμμαχίας «δημιουργών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που θέλει να κτίσει το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών. Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας και την ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Αυτή είναι η πρόταση του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ μας για την επόμενη ημέρα. Συγκρότηση μιας κυβέρνησης συνεργασίας στη βάση μιας προοδευτικής προγραμματικής συμφωνίας για την παρουσίαση ενός Ελληνικού Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων, που θα αποτελέσει τη βάση της συζήτησης με τους Ευρωπαίους, ώστε να ληφθούν θετικές αποφάσεις για το χρέος και να διασφαλιστεί η ομαλή και οριστική έξοδος από το Πρόγραμμα.

Καλούμε τους προοδευτικούς πολίτες να ψηφίσουν το ΚΙΝΗΜΑ, για να δώσουν κοινοβουλευτική έκφραση στις δυνάμεις που θα εργαστούν για το Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων, για να ανασυγκροτηθεί η οικονομία, να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα και πόροι, για να στηριχτούν οι οικονομικά ασθενέστεροι.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη, Εκπροσώπου Τύπου του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ. Στην εφημερίδα Καθημερινή. Και στο δημοσιογράφο Βασίλη Νέδο

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί αποφασίσατε να στρατευθείτε με τον κ. Γ. Παπανδρέου και να φύγετε από το ΠΑΣΟΚ;

Φ. ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών είναι η απάντηση στο αδιέξοδο και στην ασφυξία που νιώθουν πολλοί προοδευτικοί πολίτες στο σημερινό κομματικό τοπίο, στην ανάγκη να κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα, που θα ξαναδώσει ζωή στις προοδευτικές ιδέες και αξίες. Χρειαζόμαστε πολιτικές δυνάμεις και ηγεσίες που λένε αλήθειες και που βάζουν την Ελλάδα και τους πολίτες πάνω και πρώτα απ όλα, χωρίς να υπολογίζουν προσωπικό ή πολιτικό κόστος. Δυστυχώς, τα τελευταία 2,5 χρόνια, ζήσαμε πρακτικές που συχνά παρέπεμπαν στο κακό παρελθόν. Όχι μόνο υποχώρησε ο αγώνας για μεγάλες προοδευτικές αλλαγές, αλλά συχνά είχαμε και πισωγυρίσματα. Το τελευταίο διάστημα ζήσαμε το συναγωνισμό λαϊκισμού κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για το ποιος θα σκίσει πιο γρήγορα το μνημόνιο, την ώρα που η χώρα χρειαζόταν σοβαρά και προσεκτικά βήματα για να βγούμε από το πρόγραμμα στήριξης με ασφάλεια. Το τέλος αυτής της κυβέρνησης σημαδεύτηκε από ακριβώς αυτή την αποτυχία να βγούμε από το πρόγραμμα. Απέναντι στο δεξιό και αριστερό συντηρητισμό λοιπόν, χρειαζόμασταν μια δημιουργική ρήξη. Αυτό ξεκινάμε με το Γιώργο Παπανδρέου.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί οι πολίτες να ψηφίσουν ένα κόμμα, με επικεφαλής έναν πολιτικό ο οποίος δοκιμάστηκε ως πρωθυπουργός μόλις προ δυόμιση ετών;

Φ.ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι αυτός που παρέλαβε την απασφαλισμένη βόμβα μιας χώρας με ετήσιο έλλειμμα 36 δις ευρώ. Που σε ένα εξαιρετικά δυσμενές διεθνές περιβάλλον και με καταρρακωμένη την αξιοπιστία της χώρας, διαπραγματεύτηκε και πέτυχε να πείσει τους εταίρους μας για την εκ του μηδενός δημιουργία ενός μηχανισμού στήριξης που απέτρεψε τη χρεοκοπία.. Που παρά τις αντίξοες συνθήκες και την παντελή έλλειψη συναίνεσης, κατάφερε να ξεκινήσει μεγάλες μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς, της αδιαφάνειας, της αναξιοκρατίας, της φοροδιαφυγής και της πελατειακής νομής της εξουσίας, δηλαδή τις βασικές πηγές των προβλημάτων που μας έφεραν στο χείλος της καταστροφής. Την ώρα που η χώρα χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε συναίνεση, αντιμετώπισε πρωτοφανή πόλεμο από όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις καθώς και μικρές και μεγάλες ομάδες συμφερόντων. Όμως, η συνέχεια της ιστορίας δικαίωσε τις βασικές του επιλογές. Όσοι εκτόξευαν ανεύθυνες και ανέξοδες κορώνες, έκαναν στροφή 180 μοιρών όταν ανέλαβαν την εξουσία. Τελικά ακολούθησαν και αυτοί περιοριστική πολιτική, μάλιστα σε πιο σκληρή εκδοχή, και με υποστολή της προσπάθειας για μεγάλες αλλαγές.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα συνεργαστείτε μετεκλογικά με τον ΣΥΡΙΖΑ; Ποιο είναι για το Κίνημα το βασικό διακύβευμα των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου;

Φ.ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Η απερχόμενη κυβέρνηση συναγωνίστηκε τον ΣΥΡΙΖΑ σε πλειοδοσία υποσχέσεων για την έξοδο από το Μνημόνιο και το μοίρασμα ελαφρύνσεων και πλεονασμάτων. Σήμερα η χώρα βρίσκεται σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι. Άμεση προτεραιότητα είναι να προετοιμάσουμε με ασφάλεια την έξοδο από το πρόγραμμα στήριξης και να διαπραγματευτούμε τη διευθέτηση του χρέους. Δεν θα τα καταφέρουμε με παλληκαρισμούς του τύπου «σκίζουμε το Μνημόνιο». Για να πετύχουμε, πρέπει να έχουμε αξιοπιστία, πρέπει να πείσουμε ότι δεν θα ξανακυλήσουμε στο κακό παρελθόν. Για να τα είμαστε πειστικοί, χρειαζόμαστε ένα δικό μας Εθνικό σχέδιο μεγάλων προοδευτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που εγγυώνται ότι η χώρα αλλάζει σε βάθος και οριστικά. Αυτοί είναι οι βασικοί άξονες της δική μας προγραμματικής πρότασης, που είναι η μόνη που δίνει διέξοδο στη χώρα.

Αυτό είναι το πλαίσιο της πρότασής μας προς τα άλλα κόμματα. Θα συνεργαστούμε, λοιπόν, με όποιον είναι έτοιμος να δουλέψει πάνω σε αυτό το πλαίσιο

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η κρίση έχει τελειώσει;

Φ.ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ: Η κρίση δεν τελείωσε και δεν θα τελειώσει αν εμείς δεν καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε τα αίτια της, τις βαθύτερες δυσλειτουργίες και παθογένειες της χώρας. Γιατί η αλήθεια είναι ότι πρώτα χρεοκόπησαν οι θεσμοί και η λειτουργία του κράτους και στη συνέχεια ήλθε η απειλή της χρεοκοπίας.