Μηνιαίο ΑρχείοΝοέμβριος 2017

Άρθρο στην εφημερίδα «Finance & Markets VOICE» Δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Η μεγάλη προσέλευση των πολιτών, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη Κυριακή, στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατικής Παράταξης, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στη ΝΔ και τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., στο εσωτερικό της παράταξης, αλλά και στη νικήτρια των εκλογών, Φώφη Γεννηματά.

Η συμμετοχή 210 χιλιάδων δείχνει ότι, παρά τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης της πολιτικής, οι πολίτες εξακολουθούν να εναποθέτουν σε αυτήν  τις ελπίδες για την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση και την επίλυση των προβλημάτων τους.

Ταυτόχρονα, υπερασπίστηκαν – χωρίς ιδιοτέλεια, αφού η παράταξη δεν είναι στην εξουσία – την μεγάλη συνεισφορά της παράταξης στην μεταπολιτευτική πορεία της χώρας, την ώρα που ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. επιχειρούν την απαξίωση της. Οι πολίτες απαιτούν από την παράταξη αυτόνομη πορεία και την εκ νέου ανάδειξη της ως την ισχυρή προοδευτική παράταξη που θα αντιπαρατίθεται στην Ν.Δ.

Η νικήτρια των εκλογών Φώφη Γεννηματά, στο δίλημμα, εξωστρέφεια, άνοιγμα του κόμματος στην κοινωνία, ενεργοποίηση των διαδικασιών για την εκλογή αρχηγού από τη βάση ή εσωστρέφεια και διατήρηση του ελέγχου σε ένα μικρό, αλλά ελεγχόμενο κόμμα, επέλεξε το πρώτο. Έτσι, με την εξωστρέφεια  οφείλει να συνεχίσει γιατί είναι ο μόνος τρόπος να ανακτήσει η παράταξη τη θέση που κατείχε.

Την πρότασή της εμπλούτισαν με τη συμμετοχή τους στη διαδικασία εννέα υποψήφιοι, που προσέδωσαν αξιοπιστία στο εγχείρημα και συνέβαλαν με την παρουσία τους στην μαζική συμμετοχή των πολιτών.

Η εκλεγμένη Πρόεδρος, στην πορεία προς το ιδρυτικό συνέδριο, οφείλει να εμμείνει στην εξωστρέφεια και να αξιοποιήσει όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία. Έτσι, οι πολίτες θα νοιώσουν ότι όλοι -και χωρίς αποκλεισμούς- έχουν το δικαίωμα να συνδιαμορφώσουν τις πολιτικές προτάσεις της παράταξης.

Τα κόμματα και οι υποψήφιοι οφείλουν να σεβαστούν την επιθυμία των πολιτών για ενότητα και ενιαία στάση, τόσο εντός της Βουλής όσο και εκτός. Έτσι μόνο, θα εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη του εκλογικού στόχου στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 19/11/2017

Καθώς διανύουμε τη δεύτερη φάση της παγκοσμιοποίησης, προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι, όπως και στην πρώτη φάση της, η δημοκρατία στην Ευρώπη είναι υπό αμφισβήτηση. Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως επακόλουθο της ανατροπής της μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας, που στηρίχτηκε στην εναλλαγή στην εξουσία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με τα συντηρητικά. Μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας Δεξιάς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών που νιώθουν αποκλεισμένοι εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης και της παγκοσμιοποίησης.

Οι λαϊκιστές βρίσκουν ευήκοα ώτα προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία. Μεταξύ των νέων πολιτών αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος αυταρχικές απόψεις και μια απαξίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας. Η εξέλιξη αυτή ακυρώνει την άποψη ότι σε χώρες με υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και μακροχρόνια κοινοβουλευτική παράδοση η δημοκρατία δεν κινδυνεύει.

Σύμφωνα με την πολιτική επιστήμονα Sheri Berman, η μεγαλύτερη συνεισφορά της Σοσιαλδημοκρατίας μετά τον πόλεμο ήταν ότι διασφάλισε τη συνύπαρξη καπιταλισμού και δημοκρατίας («Το πρωτείο της πολιτικής», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Δεν αποτελεί, λοιπόν, σύμπτωση το γεγονός ότι η αποδυνάμωσή της συμπίπτει με την αμφισβήτηση της δημοκρατίας.

Όπως έδειξε η εμπειρία, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν ήταν προετοιμασμένα με προτάσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης ή μιας μεγάλης κρίσης. Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει προγραμματική ανανέωση ώστε να συγκροτήσουν μια νέα κοινωνική συμμαχία, που θα εκφράσει και τις αγωνίες των χαμένων της κρίσης και της παγκοσμιοποίησης. Η αντιμετώπιση της ανεργίας και η καταπολέμηση των ανισοτήτων, που ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία, πρέπει να γίνουν σημείο αιχμής των προγραμματικών τους προτάσεων.

Η δημιουργία θέσεων εργασίας προϋποθέτει νέες επενδύσεις και είσοδο νέων επιχειρήσεων. Τα σοσιαλιστικά κόμματα στο παρελθόν έδιναν έμφαση στην προστασία των θέσεων απασχόλησης. Έτσι όμως εμπόδιζαν το κλείσιμο μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σε βάρος υγιών επιχειρήσεων και εμπόδιζαν την είσοδο νέων επιχειρήσεων.

Σήμερα τα σοσιαλιστικά κόμματα πρέπει να δώσουν έμφαση στην προστασία των εργαζομένων και όχι των θέσεων εργασίας. Η σχετική εμπειρία από τη Σουηδία είναι πολύ χρήσιμη. Εκεί τα συνδικάτα μαζί με τις επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες ώστε οι εργαζόμενοι όταν απολύονται να έχουν τη στήριξη των επιχειρήσεων του κλάδου. Η πρόβλεψη αυτή βοηθά ώστε να επανενταχθούν το συντομότερο δυνατό στην αγορά εργασίας. Αυτό αυξάνει την ευελιξία και μειώνει τους κινδύνους και το κόστος που συνεπάγεται για τον εργαζόμενο η απώλεια της θέσης εργασίας.

Στα χρόνια μετά την κρίση οι ανισότητες σε χώρες της Ευρώπης συνέχισαν να διογκώνονται, κυρίως γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν χωρίς δουλειά ή γιατί οι μισθοί δεν ήταν ικανοποιητικοί. Αντίθετα, ισχυρές επιχειρήσεις με τεράστια κέρδη αλλά και πολίτες με υψηλά εισοδήματα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα, νόμιμη ή μη, για να αποφύγουν τη φορολόγηση. Έτσι, το κράτος στερείται φορολογικών εσόδων για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής πολιτικής και τη στήριξη αυτών που έχασαν από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση.

Για τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσουν με αποφασιστικό τρόπο σε πρωτοβουλίες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση του τεράστιου προβλήματος που δημιουργούν οι φορολογικοί παράδεισοι, η φοροδιαφυγή αλλά και ο αθέμιτος φορολογικός ανταγωνισμός από χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές.

Η υποτίμηση των κινδύνων που απειλούν τη δημοκρατία στην Ευρώπη είναι τεράστιο λάθος. Μόνη ελπίδα, η ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας ώστε να εκφράσει, πέρα από τα μεσαία στρώματα, και τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης.

Η πρόκληση για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη είναι μεγάλη, όπως και οι ευθύνες των ηγεσιών τους για την προγραμματική τους ανανέωση, που θα οδηγήσει στην ανάκαμψή τους.

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Με την ολοκλήρωση του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2018, η Ελλάδα θα είναι η τελευταία χώρα της ευρωζώνης, από τις τέσσερις που προσέφυγαν σε αναγκαστικό δανεισμό, που θα αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές. Έτσι, έχει ξεκινήσει η συζήτηση για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας.

Η κυβέρνηση έχει διακηρύξει ότι στοχεύει στην «καθαρή έξοδο». Έτσι, στις επόμενες εκλογές, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, θα μπορούν να ισχυριστούν ότι οδήγησαν την χώρα έξω από την εποπτεία των μνημονίων, χωρίς τις δεσμεύσεις που θα συνεπάγονταν η έξοδος μέσω προσφυγής σε κάποια προληπτική γραμμή πίστωσης.

Η «καθαρή έξοδος» μπορεί να διασφαλίζει πολιτικά οφέλη αλλά ενέχει τον κίνδυνο να μην είναι ασφαλής και οριστική. Η Ελλάδα έπειτα από μια επταετία προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής  αντιμετώπισε το μεγάλο πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων που την οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό το 2010. Δεν ολοκλήρωσε όμως την αναδιάρθρωση του ελληνικού παραγωγικού προτύπου ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Ο κίνδυνος λοιπόν που προδιαγράφεται για τη Ελλάδα είναι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά την εξασφάλιση μιας «καθαρής εξόδου» να αναστείλει ή να ανατρέψει μεγάλο μέρος των διαρθρωτικών αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν. Αυτό θα αποτρέψει την προσέλκυση αναγκαίων επενδύσεων για την αναδιάρθρωση της οικονομίας.

Οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις δεσμεύονται από τη συμφωνία της παρούσας κυβέρνησης για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Για τη συνέχεια η Ελλάδα θα δεσμεύεται από το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό θεσμικό πλαίσιο μέχρι να αποπληρώσει το 75% των υποχρεώσεών της.

Με το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Ελλάδας να βρίσκεται στα χέρια των θεσμικών δανειστών η χώρα θα πρέπει να εξασφαλίσει ένα αξιόπιστο μεταπρογραμματικό πλαίσιο. Έτσι, θα δανείζεται από τις αγορές με επιτόκια που θα διασφαλίζουν την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Εξίσου αναγκαίο είναι να ανακοινωθούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, τα οποία θα συνοδεύονται από δεσμεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει με επιτυχία την τρίτη αξιολόγηση καθώς και την καταληκτική αξιολόγηση, και να προσφύγει μερικές φορές ακόμη στις αγορές πριν από τον Αύγουστο του 2018 για να δημιουργήσει απόθεμα ρευστότητας. Παρά τις δυσκολίες επίτευξης του δημοσιονομικού στόχου για το 2018 και την δυσκολία  λήψης απόφασης για την ελάφρυνση του χρέους, ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών, φαίνεται ότι όλες οι πλευρές επιθυμούν την έξοδο της Ελλάδας από τα προγράμματα και αυτό θα διευκολύνει τη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

Η ΕΚΤ από την πλευρά της επιτάχυνε την πραγματοποίηση των τεστ αντοχής των ελληνικών τραπεζών ώστε αν διαπιστωθεί οποιαδήποτε ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης αυτή να καταγραφεί πριν από το κλείσιμο του τρίτου μνημονίου.

Ένα άλλος κίνδυνος που μπορεί να επηρεάσει το κόστος δανεισμού της Ελλάδας είναι η στάση του ΔΝΤ, το οποίο έχει εγκρίνει ένα «υπό προϋποθέσεις» πρόγραμμα για την Ελλάδα. Βασική προϋπόθεση για την εκταμίευση χρημάτων από το ΔΝΤ είναι η ελάφρυνση χρέους. Οι Ευρωπαίοι όμως δύσκολα θα προχωρήσουν σε σχετική απόφαση πριν το τέλος του Τρίτου Μνημονίου. Έτσι, υπάρχει μια πιθανότητα το ΔΝΤ να αποφασίσει να αποσυρθεί από το πρόγραμμα πριν τον Αύγουστο του 2018. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι θα παραμείνει ως σύμβουλος χωρίς να εκταμιεύσει χρήματα για τη Ελλάδα.

Η επιδίωξη για «καθαρή έξοδο» συνδέεται και με άλλους δύο κινδύνους. Ο πρώτος σχετίζεται με την πιθανότητα να μην μπορεί η Ελλάδα να επωφεληθεί από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εξαιτίας της κακής πιστοληπτικής αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων. Τέλος, για τον ίδιο λόγο, οι ελληνικές τράπεζες μπορεί να χάσουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε πράξεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, κάτι που θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού τους.

Σε λιγότερο από ένα χρόνο η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμικούς δανειστές για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της Ελλάδας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα αποδεχτεί οποιαδήποτε συμφωνία, αρκεί αυτή να μην είναι «πρόγραμμα» ή «προληπτική γραμμή πίστωσης» με όρους, με την επιδίωξη να αξιοποιήσει τους όποιους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής αναστέλλοντας το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό όμως θα επηρεάσει αρνητικά το κόστος δανεισμού, ιδιαίτερα καθώς θα βαδίζουμε προς τις εκλογές. Θα επηρεάσει όμως αρνητικά τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, θα εμποδίσει τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων εργασίας, θα στερήσει πόρους για τη στήριξη όσων χτυπήθηκαν από την κρίση.

Ο πιο σημαντικός λοιπόν κίνδυνος από μια «καθαρή έξοδο» είναι να υπονομευτεί η ασφαλής έξοδος στις αγορές και η Ελλάδα σε μια νέα κρίση να είναι ξανά ο αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης. Για να αποφευχθεί αυτό είναι αναγκαία η σύνταξη ενός εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων, το οποίο όλα τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα μετά τις εκλογές θα δεσμευτούν ότι θα το εφαρμόσουν.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο FORUM του ενθέτου ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 15/10/2017

Μετά τις γερμανικές εκλογές, ένα προφανές συμπέρασμα είναι ότι το 2017 υπήρξε το «annus horribilis» για την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Το SPD κατέγραψε τη χειρότερη εκλογική επίδοση μετά τον πόλεμο. Το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα συντρίφθηκε, καταγράφοντας 9,5%. Το νορβηγικό Εργατικό Κόμμα είχε τη δεύτερη χειρότερη επίδοσή του στην 93χρονη πορεία του, αποσπώντας 27%. Το ολλανδικό Εργατικό Κόμμα είναι πλέον το μικρότερο της ολλανδικής Βουλής. Εξαίρεση σε αυτή την πτωτική πορεία των Σοσιαλιστών ήταν το βρετανικό Εργατικό Κόμμα.

Τα συμπεράσματα από την πορεία των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είναι χρήσιμα στη συζήτηση για το ιδεολογικό στίγμα, τις δυνητικές συμμαχίες και τις προγραμματικές προτάσεις που καλείται να υιοθετήσει η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνητικές συνεργασίες των σοσιαλιστών με τον ιστορικό τους αντίπαλο, δηλαδή τα δεξιά κόμματα, κοστίζουν εκλογικά, όπως φάνηκε στη Γερμανία και την Ολλανδία, όπου το SPD και το Εργατικό Κόμμα έχασαν σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τους. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η μείωση των εγγεγραμμένων μελών και η απαξίωση της θεσμικής λειτουργίας των κομμάτων (SPD, γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) οδήγησαν στη μείωση της εκλογικής τους επιρροής, εξαιτίας της αποκοπής από την εκλογική τους βάση. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι δεν τους ρωτούν, ότι δεν τους λαμβάνουν υπόψη, τότε γυρίζουν την πλάτη στο κόμμα τους, στην πολιτική, αδιαφορούν. Το βρετανικό Εργατικό Κόμμα αύξησε τον αριθμό των μελών του και τη συμμετοχή τους στη λειτουργία του κόμματος και αύξησε τις δυνάμεις του.

Τέλος, η πτωτική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων δεν σχετίζεται με τα μνημόνια. Από τις χώρες στις οποίες έγιναν εκλογές το 2017, καμία δεν είχε την εμπειρία των μνημονίων. Αντίθετα, στην Πορτογαλία οι σοσιαλιστές στις εκλογές του 2016 συγκράτησαν τις δυνάμεις τους.

Τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα χάνουν έδαφος γιατί δεν εμπλούτισαν τις θέσεις τους με προτάσεις για αύξηση της απασχόλησης, μείωση των ανισοτήτων, στήριξη του κοινωνικού κράτους, για τις αλλαγές που φέρνουν στην εργασία οι τεχνολογικές εξελίξεις. Δεν ακολούθησαν πολιτικές που να στηρίζουν αυτούς που είναι οι μεγάλοι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης.
Οι νέες θεωρητικές επεξεργασίες τους είναι μια παραλλαγή του κεϋνσιανισμού (βρετανικό Εργατικό Κόμμα) που δεν είναι χρήσιμη στις χώρες της Ευρωζώνης -ειδικά τις υπερχρεωμένες- ή γενικόλογες αναφορές για στροφή προς τα αριστερά (SPD Γερμανίας, Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας).

Στην Ελλάδα πολλοί προτείνουν γενικόλογα τη στροφή στο προοδευτικό Κέντρο. Δεν αποσαφηνίζουν όμως πώς εντάσσεται αυτό στην ισχυρή -αλλά όχι μοναδική- σύγκρουση Αριστεράς – Δεξιάς. Ποια Ευρώπη επιθυμεί το προοδευτικό Κέντρο; Ποια η σχέση του με τον κόσμο της εργασίας; Ποιο νέο κοινωνικό συμβόλαιο προτείνει, που θα επιτρέψει στην ελληνική Κεντροαριστερά να εκφράσει τους χαμένους από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση; Πώς θα ανακτήσει κυρίαρχο ρόλο στην πολιτική σκηνή για την εφαρμογή ενός προοδευτικού προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών που θα επιταχύνουν την έξοδο από την κρίση;

Η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία καλείται να συνεισφέρει στον εμπλουτισμό των προγραμματικών προτάσεων της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, παρά να προσδοκά να υιοθετήσει αυτές που θα επεξεργαστούν μεγαλύτερα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα.

Σε ό,τι αφορά στις συμμαχίες, δεν μπορεί να επιλέξει τον δρόμο της συνεργασίας με τη ΝΔ ή τον ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα εθνικών αναγκών. Η εθνικά υπεύθυνη στάση του ΠΑΣΟΚ από το 2009-2014 δεν επικροτήθηκε εκλογικά. Αντίθετα, οι πολίτες «επιβράβευσαν» τον λαϊκισμό, τη δημαγωγία και την πολιτική ανευθυνότητα της ΝΔ και των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τέλος, η επίτευξη των εκλογικών στόχων της ΔΗΣΥ προϋποθέτει την αύξηση των εγγεγραμμένων μελών και την ενεργό συμμετοχή τους στις κομματικές διεργασίες. Οι πολίτες πρέπει να νιώσουν ότι συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτικής, ακόμη κι αν ζουν μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Σε μια περίοδο απαξίωσης των θεσμών, είναι αναγκαία η ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας της ΔΗΣΥ, γιατί έτσι μόνο θα αποκατασταθεί η αξιοπιστία της πολιτικής στη συνείδηση των πολιτών.